Ο μυκηναϊκός κόσμος έληξε με πάταγο και σιγανό κλάμα. Γύρω στα 1200πχ πολλά μυκηναϊκά κέντρα στην Πελοπόννησο και την κεντρική Κρήτη φέρουν σημάδια βίαιης καταστροφής, πυρκαγιάς ή εγκατάλειψης. Τα περισσότερα επανακατοικήθηκαν, η επανακατοίκησή τους όμως πήρε νέα μορφή και σημαδεύτηκε από τη χρήση κεραμικών αγγείων που, αν και συγγένευαν στενά με τα προγενέστερά τους, ήσαν διαφορετικού ρυθμού. Οι υπέροχοι τάφοι με την κυκλική κάτοψη και την κυψελοειδή θόλο, γνωστοί ως θολωτοί τάφοι, έπαψαν πλέον να κτίζονται, με εξαίρεση την Θεσσαλία,η ταφή σε ατομικούς τάφους επενδυμένους με πλάκες στους λεγόμενους κιβωτιόσχημους, έγινε ο κανόνας, αν και οι θαλαμοειδείς τάφοι στους οποίους ενταφιάζονταν περισσότερα από ένα άτομα. Εποικίστηκαν άλλες θέσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις παλαιότεροι οικισμοί άλλαξαν χρήση και μεταβλήθηκαν σε νεκροταφεία. Τον προηγούμενο ρυθμό αγγειοπλαστικής που τον χαρακτήριζαν ελάχιστες και σχετικά ελαφρές διαφορές από τόπο σε τόπο, αντικατέστησε ένας νέος ρυθμός γνωστός ως Υστεροελλαδικός ΙΙΙ3, ο οποίος αναπτύχθηκε σε διάφορες περιοχές και προς διάφορες κατευθύνσεις, καθώς διάφοροι αγγειοπλάστες πήραν και ανέπτυξαν διαφορετικές ομάδες μυκηναϊκών θεμάτων και τα συνδύασαν με διαφορετικούς τρόπους. Εντούτοις, αν και η αλλαγή είναι εμφανής σε πολυάριθμες περιοχές των υλικών τεκμηρίων, το στοιχείο της συνέχειας είναι έντονο. Επίσης, αν και ο αριθμός των θέσεων στις οποίες έχουν βρεθεί υλικά κατάλοιπα αυτής της περιόδου είναι μικρότερος από τον αριθμό των θέσεων που έχουν αποδώσει υλικά τεκμήρια της αμέσως προηγούμενης περιόδου, δεν υπήρξε εγκατάλειψη μεγάλης κλίμακας σε καμία περιοχή της ελληνικής χερσονήσου.

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφίες από μυκηναικό πολιτισμό

Η Ελλάδα στο πρώτο μισό του 12ου αιώνα δεν ήταν ούτε αποκομμένη ούτε φτωχή. Αυτό φαίνεται εναργέστατα σε μία πρόσφατη εγκατάσταση αυτής της περιόδου, στο νεκροταφείο της θέσης Περατή στα ανατολικά παράλια της Αττικής. Γνωρίζουμε πάνω από 500 τάφους στην Περατή που στη συντριπτική τους πλειονότητα είναι θελαμοειδείς και τα ευρήματα των οποίων δείχνουν ότι επικρατούν τα μυκηναϊκά έθιμα ταφής, αν και βρέθηκαν επίσης δεκαοκτώ καύσεις. Η ποιότητα των αγγείων που απέδωσαν οι ανασκαφές σε αυτούς τους τάφους είναι υψηλή και η ποσότητα μεγάλη (800 περίπου αγγεία). Επιπλέον βρέθηκαν ψήφοι, σφραγίδες και δύο χρυσά δαχτυλίδια, ειδώλια και οκτώ πόρπες. Επείσακτα αντικείμενα δείχνουν άμεσα ή έμμεσα πως η Ελλάδα εξακολουθεί αυτή την εποχή να διατηρεί επαφή με μεγάλο μέρος της Εγγύς Ανατολής, υπάρχουν σκαραβαίοι και γυάλινα αντικείμενα από την Αίγυπτο, σφραγίδες και ένα σιδερένιο εγχειρίδιο από την Συρία, σφραγίδες από την Κύπρο, ακόμα και μια ψήφος από κεχριμπάρι της Βαλτικής.

Η Περατή δεν αποτελεί καθόλου μεμονωμένο φαινόμενο στην Ιαλυσό της Ρόδου βλέπουμε μεγάλη ομοιότητα στα έθιμα ταφής (κυρίως στις καύσεις που είναι ταυτόσημες), στην αγγειοπλαστική και στο φάσμα των επείσακτων αντικειμένων. Ει μη τι άλλο, τουλάχιστο οι δεσμοί με τα νησιά του Αιγαίου φαίνεται να είναι ισχυρότεροι στο πρώτο μισό του 12ου πΧ απ’ ότι παλαιότερα. Σε αυτή την περίοδο ανιχνεύεται για πρώτη φορά «μυκηναϊκή παρουσία» στο Βόρειο Αιγαίο, στη θέση Εμπορειός της Χίος. Και πάνω απ’ όλα βρέθηκε μεγάλη ποσότητα κεραμικών αγγείων της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ3 στην Κύπρο, καθώς και ένα κτήριο μνημειακού ρυθμού δομημένο κατά το λεγόμενο ισόδομο σύστημα τοιχοποϊας, σύστημα οικείου στην κυρίως Ελλάδα, αλλά άγνωστο μέχρι αυτή την εποχή στην Κύπρο.

Ακόμη πιο αξιοπαρατήρητο είναι το γεγονός ότι αγγεία των Φιλισταίων που χρονολογούνται τον 12ο αιώνα δείχνουν επηρεασμένα από την κεραμική της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ3. Τα ανάκτορα της κυρίως Ελλάδας μπορεί να έχουν χαθεί τον 12ο αιώνα, αλλά οι κάτοικοί της εξακολουθούν να επιδεικνύουν αξιοσημείωτο σθένος, καλλιτεχνική δύναμη και αρκετή φινέτσα.

Ενώ όμως η εικόνα των υλικών συνθηκών που επικρατούσαν στο πρώτο μισό του 12ου αιώνα πΧ αιώνα είναι αρκετά σαφής, οι δυνάμεις που τις παρήγαγαν είναι ζήτημα που προκαλεί πολλές συζητήσεις. Κάθε ερμηνεία πρέπει να λάβει υπόψη της τόσο τις έκδηλες μεταβολές, όσο και τον πολύ υψηλό βαθμό συνέχειας. Μολονότι διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας εξακολουθούν να αναπτύσσονται προς διαφορετικές κατευθύνσεις κατά τη διάρκεια του 12ου αιώνα, όπως δείχνουν πολύ καθαρά οι νέοι ρυθμοί αγγειοπλαστικής που διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή, σχεδόν καμία καινοτομία δεν μπορεί να αποδειχθεί πως ήταν αποτέλεσμα εισβολής κάποιου εθνικού στοιχείου απόντος από τον υλικό πολιτισμό του προηγούμενου αιώνα. Το να επικαλείται κανείς εισβολή για να εξηγήσει τις μεταβολές δημιουργεί τόσο πολλά προβλήματα όσα λύνει, γι’ αυτό πιο ικανοποιητική φαίνεται να είναι η αναγωγή των μεταβολών σε πιέσεις στο εσωτερικό του ίδιου του συστήματος.

Εάν αυτές οι πιέσεις έχουν να κάνουν με μετακινήσεις πληθυσμών κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, φαίνεται πως πρόκειται για μετακινήσεις Μυκηναίων προς τα ανατολικά, Μυκηναίοι εμφανίζονται στην Περατή της Αττικής, στον Εμπορειό, στην Ιαλυσό και σε άλλες περιοχές του ανατολικού Αιγαίου, στην Μένδη της Χαλκιδικής και στην Κύπρο. Η μετακίνηση αγγείων μπορεί φυσικά, να γίνει χωρίς την μετακίνηση των αγγειοπλαστών, αλλά η παρουσία στην Κύπρο χαρακτηριστικών τεχνικών δόμησης, καθώς και χαρακτηριστικών αγγείων, υποδηλώνει μάλλον μετανάστευση παρά εισαγωγή. Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορεί επίσης η εμφάνιση για πρώτη φορά της ελληνικής γλώσσας στην Κύπρο, ένας χάλκινος οβελός του δέκατου αιώνα που ανακαλύφθηκε στη θέση Σκάλες της Παλαιοπάφου φέρει εγχάρακτη επιγραφή ονόματος της αρκαδικής διαλέκτου γραμμένου στο κυπριακό συλλαβάριο. Την άποψη ότι οι Έλληνες μετανάστευσαν οριστικά προς τα ανατολικά στηρίζει επίσης η απουσία διαρκούς επιρροής του Αιγαίου στις μετέπειτα εξελίξεις στην Κύπρο, το ίδιο το νεκροταφείο στις Σκάλες, στο οποίο βρέθηκε αφθονία αγγείων από την Εγγύς Ανατολή, δεν έχει να επιδείξει παρά ελάχιστα αντικείμενα ελληνικής προέλευσης.

Στην τελευταία φάση της λειτουργίας του, γύρω στα τέλη του 12ου αιώνα πΧ, το νεκροταφείο στην Περατή είναι προφανές ότι έγινε φτωχότερο, ιδίως όσον αφορά τον αριθμό των επείσακτων αντικειμένων. Παρομοίως, στη σημαντική θέση Λευκαντί Ευβοίας , τα αρχεία της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ3 είναι σαφώς κατώτερης ποιότητας από τα προγενέστερα που βρέθηκαν εδώ. Έπειτα εγκαταλείπονται και οι δύο θέσεις. Βορειότερα, στα τέλη της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ3δεν σημειώνεται εγκατάλειψη αλλά πτώχευση, το νεκροταφείο στην Ελάτεια της Φωκίδος, το οποίο είναι εξαιρετικά πλούσιο σε κεραμικά και χάλκινα ευρήματα που χρησιμοποιούνται στην Υστεροελλαδική ΙΙΙ3, στο τέλος αυτής της περιόδου είναι σαφώς φτωχότερο, οι τάφοι του έχουν αλλάξει σχήμα και τα αγγεία του, παρότι το νεκροταφείο του εξακολουθεί να είναι εν χρήσει και κατά την Πρωτογεωμετρική περίοδο, είναι χειροποίητα. Στο ιερό της κοντινής θέσης Καλαπόδι η αρχαιότερη εγκατάσταση της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ3 είναι επίσης εξαιρετικά πλούσια. Εδώ η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως 20.000 περίπου όστρακα αυτής της περιόδου. Το Καλαπόδι φαίνεται πως ήταν απλώς τοπικό ιερό, παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να υφίστανται επαφές αυτήν την περίοδο καθώς και μερικές μετακινήσεις σε άλλες περιοχές του Αιγαίου: το αρχαιότερο υλικό τεκμήριο από την Τορώνη της Χαλκιδικής είναι μια υπομυκηναϊκή τεφροδόχος κάλπη από τα τέλη του 12ου αιώνα. Παρ’ όλα αυτά τα σημεία ζωής, δεδομένου ότι ο αριθμός των θέσεων που γνωρίζουμε ότι ήταν κατά το πρώτο μισό του 12ου αι. πΧ είναι 220, οι θέσεις που παραμένουν εν χρήσει την περίοδο μεταξύ 1125 και 1050 δεν ξεπερνούν τις 100, κατά το δεύτερο μισό του 11ου αι πΧ ίσως να είναι ακόμα λιγότερες. Και όμως, αυτές οι μεταβολές δεν συνδέονται με σημάδια βίαιης καταστροφής, και όχι μόνο αυτό αλλά τα υλικά τεκμήρια δείχνουν σαφώς πως αποτελούν συνέχεια των προγενέστερων, μόνο που αυτή τη συνέχεια την αποκρύπτει ελαφρώς η πτώση της ποιότητας.

Δεν θα πρέπει όμως να δώσουμε υπερβολική έμφαση στη συρρίκνωση του πληθυσμού της υπαίθρου της νότιας Ελλάδας στα τέλη του 12ου και στον 11ο αιώνα πΧ, διότι διεξοδικότερες αρχαιολογικές έρευνες στο μέλλον μπορεί κάλλιστα να τροποποιήσουν κάπως αυτή την εικόνα. Αντ’ αυτού είναι προτιμότερο να σταθούμε σε ένα εντυπωσιακό χαρακτηριστικό των υλικών καταλοίπων: στην αυτονομία του τοπικού πολιτισμού που υποδηλώνουν. Ο τοπικός χαρακτήρας των ρυθμών της τέχνης, προφανής ήδη στα αγγεία της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ3, είναι ακόμα πιο έκδηλος στην αμέσως επόμενη φάση. Στη δυτική Αττική αναπτύσσεται ένας ιδιαίτερος υπομυκηναϊκός ρυθμός που διακρίνεται από τους ρυθμούς όλων των άλλων περιοχών, τον χαρακτηρίζει μια τεχνική πλασίματος που συχνά δεν μπορεί να παράγει παρά μόνον ασύμμετρα αγγεία και ένα πολύ περιορισμένο φάσμα σχημάτων που όλα έλκουν την καταγωγή τους από αγγεία της μυκηναϊκής εποχής. Η γραπτή διακόσμηση αυτών των αγγείων είναι εκλεκτικιστική, αλλά άτεχνη και δίχως φιλοδοξίες πολυμορφίες. Εκτός Αττικής, τον 11ο αι πΧ φαίνεται να επιζεί μια παραλλαγή της αγγειοπλαστικής της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ3 γιατί είναι ελάχιστες οι καινοτομίες που διακρίνουν τα προϊόντα του 1075 από εκείνα του 1125 πΧ. Οι διάφορες περιοχές της Ελλάδας είναι τόσο απομονωμένες στον τομέα της κεραμικής, ώστε σπάνια μπορούμε να αποδείξουμε ποιοι από τους διαφορετικούς αυτούς ρυθμούς είναι σύγχρονοι, σε όλες όμως τις  περιπτώσεις, σε τοπικό επίπεδο, είναι προφανής ο υψηλός βαθμός συνέχειας μεταξύ της κεραμικής της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ3 και της πρώιμης εποχής του σιδήρου.