Τσε Γκεβάρα

Εκείνοι που έζησαν αυτή την ιστορία, το θάνατο και την ανάσταση της πεθαμένης μας ελπίδας,
αυτοί που τον αγώνα διάλεξαν κι είδαν να ξεδιπλώνονται σημαίες, ήξεραν
πως οι πιο αθόρυβοι ήταν οι αληθινοί μας ήρωες, κι αυτοί που καπηλεύτηκαν
τις νίκες ήταν οι φαφλατάδες με τα παχιά τα λόγια και τα σάλια τους.

Κούνησε το κεφάλι του ο λαός:
και γύρισε ο ήρωας στη σιωπή του.
Μα μαυροφόρεσε η σιωπή, ώσπου κι εμείς βουλιάξαμε στο πένθος, σαν έσβησε απάνω στα βουνά η πυρκαγιά κι η δόξα του Γκεβάρα.
O Κομαντάντε είναι νεκρός, σ’ ένα φαράγγι σκοτωμένος.

Κανείς δεν βρήκε λέξη για να πει.
Κανείς δεν έκλαψε στα ινδιάνικα χωριά.
Κανείς δεν χτύπησε καμπάνες.
Κανείς δεν σήκωσε ντουφέκι, και πήρανε την επικήρυξη αυτοί που ο δολοφονημένος κομαντάντε είχε πάει για να τους σώσει.

Τι να συνέβη, συντετριμμένος συλλογιέμαι, με τούτα τα γεννούμενα;
Και η αλήθεια δεν ειπώθηκε, σκεπάστηκε όμως σε μια κόλα από χαρτί αυτή η δυστυχία η ασήκωτη.
Μόλις που είχε χαράξει ο δρόμος και ήταν για μας η ήττα του
μια τσεκουριά που γκρέμισε τη στέρνα της σιωπής.

Η Βολιβία γύρισε στην έχθρα της, στους διαβρωμένους γοριλάνθρωπους, μες στην αγιάτρευτή της φτώχεια,
και τότε σαν τρομαγμένες μάγισσες, οι λοχίες της ντροπής, οι δολοφόνοι στρατηγίσκοι,
κρύψαν καλά καλά το σώμα του αντάρτη, λες και τους έκαιγε ο νεκρός.
Κατάπιε η άγρια ζούγκλα τα μονοπάτια, τα οράματα, κι εκεί που άλλοτε διάβαιναν οι αποδεκατισμένοι άντρες
τώρα οι γλυσίνες ρίζωσαν, με πράσινη φωνή μοιρολογούν κι αθόρυβα στις φυλλωσιές τ’ άγριο ελάφι επιστρέφει.

(Μετάφραση, Μπάμπης Ζαφειράτος, 11 Οκτωβρίου 2015)
ΠΑΜΠΛΟ ΝΕΡΟΥΝΤΑ

πηγή: τα τετραθέμελα του κόσμου