Η άπιστη γυναίκα

Και την επήγα στο ποτάμι,

Νομίζοντάς τηνε κορίτσι

Κείνη όμως ήταν παντρεμένη.

Του Άη- Γιάκωβου  τη νύχτα

Κι όλα σχεδόν συμφωνημένα

Και τα φανάρια σβήσανε

Και ανάψανε οι γρύλλοι.

Στις ακριβές βραγιές ακούμπησα

Τα κοιμισμένα στήθη της

Κι ανοίξανε με μιας

Καθώς κλωνιά υακίνθων,

Το μεσοφόρι της κολλαριστό

Τριζοβολούσε μες στ’ αυτιά μου,

Ωσάν κομμάτι από μεταξωτό

Που το ξεσχίζουνε δέκα μαχαίρια.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΛΟΡΚΑ

Χωρίς φως ασημένιο στις κορφές τους

Τα δέντρα μεγαλώσανε

Κι ένας ορίζοντας από πουλιά

Μακρυά αλυχτάει απ’ το ποτάμι.