Φύση ή ανατροφή;

 

 

Στην επιστημονική κοινότητα μένει ανοιχτή εδώ και χρόνια μια συζήτηση γύρω από το δίλημμα: φύση ή ανατροφή. Δηλαδή: τι καθορίζει το τελικό αποτέλεσμα της ανθρώπινης κατάστασης;  Η φύση (τα γονίδια) ή η ανατροφή (όλα όσα προσλαμβάνει ο άνθρωπος από το περιβάλλον); Το εγγενές ή το επίκτητο; Ποιο από τα δύο είναι θεμελιώδες;

Ας υποθέσουμε ότι, διαβάζοντας τα παραπάνω, προβληματίζεστε και σεις μπρος στα ερωτήματα που οι ειδικοί της συμπεριφοράς και της ανάπτυξης έχουν θέσει κι εξακολουθούν να θέτουν. Υπάρχουν άραγε στο παιδί ζητήματα «ίδια» και έμφυτα που προϋπάρχουν της ανατροφής του; Χαρακτηριστικά, ιδιότητες, προδιαθέσεις που φέρει «από την κούνια»; Ποια είναι η καθοριστική δύναμη των γονιδίων;

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Αρχικά πρέπει να συμφωνήσουμε ότι υπάρχουν στοιχεία στην ανθρώπινη ταυτότητα που ανήκουν στον καθένα από τότε που γεννήθηκε, πριν ακόμα αρχίσει να επιδρά πάνω του οποιαδήποτε η οποιοδήποτε μοντέλο ανατροφής. Δεν πιστεύουμε ότι ένα νεογέννητο είναι ένας λευκός πίνακας πάνω στον οποίο ο καθένας γράφει ότι θέλει, ούτε πως όλα τα βρέφη θα καταλήξουν να είναι μια μέρα, απλώς, το αποτέλεσμα της διαπαιδαγώγησής τους. Είμαστε πεπεισμένοι ότι δεν είναι έτσι, και ότι πρέπει να δούμε που τοποθετούμαστε σε σχέση με τα προηγούμενα, και ειδικότερα σε ότι έχει να κάνει με την κληρονομικότητα.

Αυτό το δίλημμα θα μπορούσε κάλλιστα να λυθεί διατυπώνοντας ένα παλιό ερώτημα:

«Τι είναι αυτό που γλυκαίνει τον καφέ; Η ζάχαρη ή το κουταλάκι που την ανακατεύει;»

Προφανώς, χωρίς ζάχαρη το ανακάτεμα δεν θα φέρει αποτέλεσμα, αλλά ακόμα κι αν μπει ζάχαρη, πάλι ο καφές δεν θα γλυκάνει χωρίς το ανακάτεμα. Η απάντηση, λοιπόν, είναι: ο καφές για να γλυκάνει τα θέλει και τα δύο, και τη ζάχαρη και το κουταλάκι.

Αντιστοίχως, τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας μας, η ιδιαίτερη συμπεριφορά μας, το ξεχωριστό «είναι» μας, καθορίζονται από την κληρονομικότητα και από το περιβάλλον. Η μία χωρίς το άλλο δεν θα μπορούσαν να φέρουν το τελικό αποτέλεσμα που είμαστε εμείς, είναι δύο έννοιες αλληλοσυμπληρούμενες.

Η απάντηση αυτή είναι το δίχως άλλο σωστή, πάσχει όμως σ’ ένα σημείο: δεν μας βοηθάει να συνεχίσουμε το συλλογισμό. Κανένας απ’ όσους έχουν ασχοληθεί κάποιο διάστημα με τον άνθρωπο δεν έχει αρνηθεί ότι τόσο το έμφυτο όσο και το επίκτητο επηρεάζουν την εξελιξή μας. Το ερώτημα όμως, που έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, παραμένει ανοιχτό:

Ποιο από τα δύο επιδρά περισσότερο: Η φύση ή η ανατροφή;

Εδώ πρέπει να ρισκάρουμε.

Ωραία λοιπόν θα ρισκάρω!

Η ανατροφή. Πιστεύω ακράδαντα πως σε ότι αφορά στην προσωπικότητά μας και στον τρόπο με τον οποίο κάνουμε σχέσεις με τους άλλους, η επίδραση της ανατροφής και όσων έχουμε διδαχθεί, είναι πολύ σημαντική από τη σφραγίδα των γονιδίων.

Μοιραζόμαστε τη γνώμη πως οι προτιμήσεις μας, η ταυτότητά μας και ο σταθερός και επαναλαμβανόμενος τρόπος με τον οποίο ενεργούμε, καθορίζονται πολύ περισσότερο από τα βιωματά μας παρά από τη γονιδιακή μας κληρονομιά. Απορρίπτουμε έντονα την ιδέα πως η καλοσύνη ή η κακία βρίσκονται κρυπτογραφημένες σε κάποια σκοτεινή ακολουθία νουκλεοτιδίων. Οι βίαιες ή οι εξαρτημένες συμπεριφορές πχ, ερμηνεύονται πολύ λιγότερο ως προς τα βιολογικά συστατικά τους και πολύ περισσότερο ως προς τους αμυντικούς τρόπους αντιμετώπισης (ή μη αντιμετώπισης) της πραγματικότητας.

Μια εξαίρεση σ’ αυτή τη θέση – που μάλλον μας περνά από το μυαλό γιατί είμαστε και οι δύο ψυχίατροι – αποτελούν κάποιες μείζονες ψυχιατρικές διαταραχές, όπως η σχιζοφρένεια ή η διπολική διαταραχή. Σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σαφές ότι υπάρχει μια βιολογική προδιάθεση – και κατά συνέπεια η κληρονομικότητα παίζει το ρόλο της – που καθορίζεται από μερικά αβέβαια γονίδια, των οποίων η παρουσία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση στην εκδήλωση των διαταραχών.

Η κατάθλιψη και η αγχώδης διαταραχή αποτελούν παραδείγματα που συνηγορούν υπέρ της άποψής μας. Αν και πάντα υπάρχει κάποια κληρονομική προδιάθεση σ’ ένα άτομο που αντιδρά δυσλειτουργικά μπρος σε μια στρεσογόνο κατάσταση, η επιβάρυνση που δέχεται από το περιβάλλον του, από το γεγονός ότι καλείται να αντιμετωπίσει, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο αντιδρά, καθορίζουν τη μορφή της διαταραχής και της απόστασης από το υγιές και το ενδεδειγμένο.

Είναι πολλές οι επιστημονικές έρευνες που έχουν διεξαχθεί γι’ αυτό το ζήτημα, βασισμένες συνήθως σε μελέτες διδύμων που ανατράφηκαν από διαφορετικές οικογένειες.  Εκεί επιβεβαιώνεται ότι, παρά το κοινό γενετικό υλικό, η συμπεριφορά και τα χαρακτηριστικά κάθε διδύμου διαφέρει από πολύ ως απολύτως. Σε μερικές έρευνες αποδεικνύεται ότι ο δίδυμος καταλήγει να μοιάσει περισσότερο στον ετεροθαλή αδελφό του (με τον οποίο μοιράζεται κοινούς γονείς) παρά με τον αδελφό του που μοιράζεται κοινά γονίδια.

Υπάρχει όμως κι ένας ακόμα λόγος που μας κάνει να προτιμάμε και να αξιολογούμε περισσότερο αυτό που είναι επίκτητο σε σχέση με το κληρονομικό, είναι ένας λόγος περιορισμένου θεωρητικού κύρους μεν, με τεράστια πρακτική βαρύτητα δεν.

Θέλουμε να πιστεύουμε πως το ευρύτερο περιβάλλον έχει μεγαλύτερο έχει μεγαλύτερη βαρύτητα από την κληρονομικότητα ….  Γιατί αυτός ο τρόπος σκέψης μας εξυπηρετεί.

Ας αναζητήσουμε την αιτιολογία από κοινού. Αν ότι είμαστε στο παρόν, υπήρξαμε στο παρελθόν κι ότι θα γίνουμε στο μέλλον ήταν προκαθορισμένο από τον γονιδιακό μας κώδικα, τότε προς τι ο αγώνας εκμάθησης νέων τρόπων ύπαρξης; Ποιο το νόημα της αναζήτησης τρόπων συνύπαρξης με τους οικείους μας; Προς τι οι προσπάθειες βελτίωσης της συμπεριφοράς μας; Και πάνω απ’ όλα, αν τα πάντα ήταν γενετικά προκαθορισμένα, με ποιο τρόπο θα αντιπαλεύαμε τον πόνο και τι θα διδάσκαμε στους επόμενους; Αν ήταν έτσι, τότε γονείς, δάσκαλοι και θεραπευτές, θα ζούσαμε όλοι πισθάγκωνα δεμένοι, ανίκανοι να βοηθήσουμε τον οποιοδήποτε.

Είναι ανάγκη να πιστεύουμε και να υποστηρίζουμε ότι η ανατροφή, οι γνώσεις και τα βιώματα επηρεάζουν στον υπερθετικό βαθμό τα παιδιά, γιατί μόνον έτσι διατηρούμε τη δυνατότητα να συνδράμουμε το μέλλον μας. Είναι υποχρέωσή μας να εμπιστευόμαστε τις ανεξάντλητες δυνατότητές μας για μάθηση και διαδικασία, για αλλαγή τρόπου ζωής και για βελτίωση της σχέσης μας με τους άλλους. Είναι ανάγκη να δεχτούμε ότι, όπως μπορούμε να αλλάξουμε τον εαυτό μας, έτσι μπορούμε να αλλάξουμε και τον έξω κόσμο, γιατί διαφορετικά, η θεωρία της γενετικής τυχαιότητας θα καταλήξει να μοιάζει υπερβολικά με την εσωτερική πεποίθηση που θέλει τα πάντα προδιαγεγραμμένα στο βιβλίο του πεπρωμένου μας, κι εμάς αδύναμους και αμέτοχους.

 

ΧΟΡΧΕ ΚΑΙ ΝΤΕΜΙΑΝ ΜΠΟΥΚΑΙ – ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ