Η έρευνα έχει επιβεβαιώσει την άποψη του Kernberg (1984) ότι υπάρχει ένα μεγάλο εύρος ναρκισσιστικών καταστάσεων (διαταραχών του εαυτού) και η ακραία ψυχοπάθεια καταλαμβάνει τον ένα πόλο αυτού του συνεχούς (για παράδειγμα, Gacano, Meloy, & Berg, 1992). O Robert Hare (για παράδειγμα, Hare et al… 1990) διαφοροποιεί τους πραγματικούς ψυχοπαθείς από τα άτομα με αντικοινωνική προδιάθεση και χρησιμοποιεί τον όρο «ψυχοπαθής» για να αναφερθεί σε ένα μικρό μόνο μέρος του ευρύτερου φάσματος. Αυτή είναι μια πολύτιμη ειδοποιός διαφορά για την έρευνα και έχει σημαντικές πρακτικές επιπτώσεις, όπως την ταυτοποίηση των υποψήφιων υπαλλήλων που θα απέβαιναν καταστροφικοί στη δουλειά τους.

Μολονότι υπάρχουν συντριπτικά δεδομένα ότι οι ακραίοι ψυχοπαθείς δεν επιδέχονται θεραπείας (M.H.Stone, 2000), είναι δυνατόν να επηρεάσουμε θεραπευτικά πολλά άτομα με αντικοινωνικές τάσεις. Τα άτομα με προσωπικότητα της οποίας η δομή διακρίνεται από αντικοινωνικά χαρακτηριστικά, κατατάσσονται διαγνωστικά σε ένα ευρύ φάσμα ψυχοπάθειας. Ο ένας πόλος περιλαμβάνει περιπτώσεις ακραία ψυχωτικών, αποδιοργανωμένων, παρορμητικών και σαδιστικών ατόμων όπως ο Richard Chase ο οποίος δολοφονούσε, διαμέλιζε και έπινε το αίμα των αίμα των θυμάτων του (έχοντας την παραληρητική ιδέα ότι το δικό του αίμα είχε δηλητηριαστεί και ότι για να επιβιώσει χρειαζόταν το αίμα των άλλων.) Στον άλλο πόλο του συνεχούς, συναντάμε σαγηνευτικούς και ραφιναρισμένους αστούς, όπως τους περιέγραψαν οι Bablak και Hare (2007) στο ανατριχιαστικό τους βιβλίο «Φίδια με Κουστούμια», σχετικά με τους ψυχοπαθείς που ενδημούν στις μεγάλες αμερικάνικες εταιρείες. Η ψυχοπαθητική οργάνωση τείνει περισσότερο προς το μεταιχμιακό- ψυχωτικό φάσμα και τούτο επειδή, εξ ορισμού, η διάγνωση της ψυχοπάθειας αναφέρεται τόσο στη βασική αποτυχία ενός ατόμου να δημιουργήσει συναισθηματικούς δεσμούς με τους συνανθρώπους του, όσο και στη χρήση ιδιαίτερα πρωτόγονων αμυντικών μηχανισμών.

Ωστόσο, θα συμφωνήσω με την άποψη του Bursten (1973a) ότι υπάρχουν άτομα στα οποία, αν και χαρακτηρίζονται από ένα υψηλό επίπεδο λειτουργικότητας, στην προσωπικότητά τους κυριαρχεί η ψυχοπάθεια και εύλογα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως αντικοινωνικές προσωπικότητες υψηλού κινδύνου. Τέτοια άτομα διαθέτουν μια επαρκώς απαρτιωμένη ταυτότητα, έχουν καλή επαφή με την πραγματικότητα, καθώς και την ικανότητα να χρησιμοποιούν πιο ώριμους αμυντικούς μηχανισμούς, έτσι ώστε να μη θεωρούνται ούτε ψυχωτικοί ούτε και μεταιχμιακοί. Παρ’ όλα αυτά, οι βασικοί τρόποι σκέψης και της συμπεριφοράς φανερώνουν τις αντικοινωνικές τους τάσεις. Ορισμένα ιδιαίτερα επιτυχημένα άτομα διακρίνονται από μια ουσιαστική ψυχοπαθητική νοοτροπία. Όταν υπάρχει επαρκής ισχύς του Εγώ, τα άτομα τα οποία διακρίνονται από σκληρότητα και αδιαφορία για τους γύρω τους μπορούν να πετύχουν, σε συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού, πολλά περισσότερα από όσους έχουν την ικανότητα να νοιάζονται και να αφοσιώνονται στους άλλους.

Το 1939 ο Henderson διαφοροποίησε ανάμεσα στους «παθητικούς παρασιτικούς» ψυχοπαθείς και αυτούς που είναι επιθετικοί και βίαιοι. Ένα παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης είναι ένας επιτήδειος που θέτει σε εφαρμογή μια μεγάλη επενδυτική απάτη, που φαινομενικά έχει καλούς φίλους και μια δεμένη οικογένεια (τουλάχιστον μέχρι να αποκαλυφθεί η απάτη.)

Σαν κοινωνία, μπορεί να ξαφνιαζόμαστε περισσότερο από αυτήν την πιο εκλεπτυσμένη εκδοχή της ψυχοπάθειας σε σχέση με τις πιο βίαιες εκδοχές της, ωστόσο η τάση για εκμετάλλευση των άλλων παραμένει η ίδια και στις δύο περιπτώσεις. Το διαγνωστικό κριτήριο του Bursten (1973a), ότι δηλαδή το βασικό ενδιαφέρον του ατόμου είναι «να τη φέρει στους άλλους» ή να τους εκμεταλλευτεί σκόπιμα, αναδεικνύει την ουσία της ψυχοπαθητικής ψυχολογίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η διάγνωση της χαρακτηρολογικής ψυχοπάθειας ουδεμία σχέση έχει με τα εσωτερικά κίνητρα του ατόμου.

Αυτές δεν είναι πάντοτε ανόητες ή αυτοκαταστροφικές, όπως για παράδειγμα, το χτύπημα ενός ξύλου κάθε φορά που κάποιος κάνει μια αισιόδοξη πρόβλεψη ή η σεξουαλική επαφή κάθε φορά που μια κατάσταση αποκτά σεξουαλική χροιά αντίστοιχα. Μερικά άτομα προσφέρουν βοήθεια με ψυχαναγκαστικό τρόπο. Ορισμένοι οδηγοί θα διακινδυνεύσουν την ασφάλεια τους και θα ακινητοποιήσουν το αυτοκίνητό τους προκειμένου να μην χτυπήσουν ένα ζώο, τόσο αυτόματα λειτουργεί ο ψυχαναγκασμός τους για την διατήρηση της ζωής.

Ο ψυχαναγκασμός για δράση έχει την ίδια σχέση με την αυτονομία, όπως και η αποφυγή της δράσης από ένα ιδεοληπτικό άτομο. Το ψυχαναγκαστικό άτομο αποφεύγει τόσο το βήμα προς βήμα γνωσιακή επεξεργασία όσο και την έκφραση συναισθημάτων, ώστε να μην παρατηρήσει ότι πραγματικά κάνει μια επιλογή. Η επιλογή συνεπάγεται την ευθύνη ενός ατόμου για τις πράξεις του και η ευθύνη συνεπάγεται την ανοχή φυσιολογικών επιπέδων και ντροπής. Η μη νευρωτική ενοχή αποτελεί μια φυσική αντίδραση ενός ατόμου που ασκεί κάποια ισχύ και η ευαλωτότητα στη ντροπή συνδέεται με την ανάληψη σκόπιμης δράσης που μπορεί να είναι ορατή από τους άλλους. Τόσο τα ιδεοληπτικά όσο και τα ψυχαναγκαστικά άτομα είναι διαποτισμένα με παράλογη ενοχή/ ή και ντροπή σε τέτοιον βαθμό, ώστε δεν μπορούν να απορροφήσουν πλέον αυτά τα συναισθήματα.

Όπως ανέφερα παραπάνω, τα ιδεοληπτικά άτομα, διατηρούν την αυτοεκτιμησή τους μέσα από τη σκέψη. Τα ψυχαναγκαστικά άτομα κάνουν το ίδιο μέσω της ανάληψης δράσης. Όταν, λόγω των περιστάσεων, τα ιδεοληπτικά ή τα ψυχαναγκαστικά άτομα δυσκολεύονται να αισθανθούν καλά για τον εαυτό τους με βάση την ικανότητά τους για σκέψη ή δράση αντίστοιχα, τότε οδηγούνται στην κατάθλιψη. Η απώλεια της εργασίας αποτελεί πλήγμα σχεδόν για όλους μας, αλλά για ένα ψυχαναγκαστικό άτομο έχει συντριπτικές συνέπειες, επειδή η εργασία είναι η πρωταρχική πηγή της αυτοεκτίμησής του. Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα σε αυτόν τον τομέα, ωστόσο, θεωρώ ότι τα άτομα με την ενοχική εκδοχή των ιδεοψυχαναγκαστικών δυναμικών έχουν την τάση να εμφανίζουν περισσότερο ενδοβλητική κατάθλιψη, στην οποία κυριαρχεί μια ενεργά κακή αυτοεικόνα ενώ οι ιδεοληπτικοί και ψυχαναγκαστικοί πελάτες με τάση στην ντροπή υποφέρουν περισσότερο από ανακλιτικές καταθλιπτικές αντιδράσεις.

Τα ιδεοληπτικά και ψυχαναγκαστικά άτομα φοβούνται τα εχθρικά τους συναισθήματα και ασκούν υπερβολική αυτοκριτική τόσο για την επιθετικότητα που εκδηλώνουν, όσο γι’ αυτή που υπάρχει μέσα στο μυαλό τους. Διακατέχονται από παρόμοιο βαθμό άγχους για τον κίνδυνο να ενδώσουν, στην ασέλγεια, στην απληστία, τη ματαιοδοξία, την οκνηρία ή τον φθόνο, με βάση το ιδιαίτερο μήνυμα που δέχτηκαν από τις οικογενειές τους. Αντί να αποδεχτούν τέτοιου είδους στάσεις και να στηρίξουν τον αυτοσεβασμό τους ή την αρνητική αυτοκριτική τους αποκλειστικά στο κριτήριο πως συμπεριφέρονται, θεωρούν ότι ακόμη και το να αισθανθούν τέτοιες παρορμήσεις είναι κατακριτέο. Όπως και οι ηθικοί μαζοχιστές – με τους οποίους έχουν από κοινού την τάση για υπερευσυνειδησία και αγανάκτηση- οι ενδοβλητικοί ιδεοληπτικοί ασθενείς συχνά τρέφουν ένα είδος κρυφής ματαιοδοξίας σχετικά με την αυστηρότητα των απαιτήσεων που έχουν για τον εαυτό τους. Δίνουν μεγαλύτερη αξία στον αυτοέλεγχο από τις περισσότερες άλλες αρετές και εξαίρουν γνωρίσματα όπως η πειθαρχία, η τάξη, η αξιοπιστία, η τιμιότητα και η καρτερία. Επειδή δύσκολα χαλαρώνουν τον έλεγχο, συνήθως ζορίζονται σε περιοχές όπως η σεξουαλικότητα, το παιχνίδι, το χιούμορ και ο αυθορμητισμός.

Συνοψίζοντας, τα ιδεοψυχαναγκαστικά άτομα διακρίνονται για την αποφυγή των συναισθηματικά φορτισμένων καταστάσεων προτιμώντας την υπέρμετρη έμφαση σε ασήμαντες λεπτομέρειες . Μοιάζει σαν αυτά τα άτομα να ακούνε τις λέξεις ενός τραγουδιού αλλά όχι τη μουσική.