Ψυχρή ψύχωση

 

Έχουμε ήδη καταδικάσει τη γλωσσική κατάχρηση που οδηγεί να βαπτίζονται, υπερβολικά συχνά, με το όνομα «ψυχοπαθητικότητα» οι παθολογικές παραπτωματικές συμπεριφορές που δεν εντάσσονται στις ψυχώσεις. Θα παραθέσουμε τώρα μια κλινική παρουσίαση όπου δεν μπορούμε να εξηγήσουμε την αιφνίδια, άγρια και απρόσμενη πράξη, υπό το πρίσμα της ψυχοπαθητικότητας ακόμα και αν η προγενέστερη συμπεριφορά ενδέχεται να θυμίζει αυτό που παλαιότερα αποκαλούσαν «ανισορροπία», σύμφωνα με την κλασική ψυχιατρική ορολογία. Κάποιοι θα μίλαγαν για επιπλοκές παιδικής ψύχωσης, χαρακτηρολογικές διαταραχές ή για ψύχωση χαρακτήρα. Στην πραγματικότητα όμως η αναφορά στην παραδοσιακή ψυχιατρική δεν αρκεί προκειμένου να κατανοήσουμε αυτές τις περιπτώσεις και οι εμπειρογνώμονες, τους οποίους καλούν οι δικαστές για να γνωματεύσουν, εκφέρουν εντελώς διαφορετικές απόψεις για τα ίδια άτομα. Οι μεν ισχυρίζονται ότι πρέπει να τους καταλογισθεί η πράξη και οι άλλοι ότι έχουν το ακαταλόγιστο. Aπ’ αυτό προκύπτει μια σκανδαλώδης διαφορά όσον αφορά στην τύχη αυτών των ασθενών. Ο ένας μπορεί να καταδικασθεί είκοσι χρόνια φυλακή για , ο άλλος, για το ίδιο έγκλημα, να εισαχθεί σε ψυχιατρικό νοσοκομείο απ’ όπου θα ξαναβγεί μετά από μερικούς μήνες, εφόσον η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται απόλυτα ικανοποιητική και τα θεραπευτικά μέσα είναι απρόσφορα.

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΝΤΑΝΙΕΛ

Ο Ντανιέλ είναι δεκαεπτά ετών όταν ο δικαστής ζητά να τον δεχτούμε στο ΠΙΨΚ επειδή είχε την υποψία ότι κάτι το παθολογικό συμβαίνει σ’ αυτό το μαθητή του Λυκείου, ο οποίος κατάγεται από καλή οικογένεια και ο οποίος διέπραξε εντελώς απροσδόκητα ένα σοβαρό έγκλημα.

Θα παραμείνει στο ΠΙΨΚ σχεδόν έξι μήνες, θα τον ξαναβλέπαμε από καιρού σε καιρό εκτός ΠΙΨΚ, και θα μαθαίναμε νέα του επί τέσσερα χρόνια. Με άλλα λόγια, δεν υπήρξε η δυνατότητα να έχει μια πραγματική θεραπεία, απλώς διασαφηνίστηκαν τα πιο έκδηλα προβληματά του.

Το παρουσιαστικό του δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερο, εάν εξαιρέσουμε μια επιτήδευση στις κινήσεις και στον τρόπο ομιλίας. Αντιθέτως, είναι αξιοπερίεργο το γεγονός ότι μοιάζει να αισθάνεται άνετα μέσα στον κόσμο της φυλακής, ενώ αυτό που τουλάχιστον θα περινάμε ήταν μια αθυμία ή μια καταθλιπτική αντίδραση. Όταν οι συνεργάτες μας τον βλέπουν για πρώτη φορά, περιγράφει την βιογραφία του σαν να μη συνέβη τίποτα στο παρελθόν. Ωστόσο, αυτά για τα οποία μιλάει είναι αποκαλυπτικά και συμπληρώνονται υπό ορισμένες πληροφορίες που δίνουν οι γονείς του, οι οποίοι, υποθέτουμε, αισθάνονται πως έχουν υποστεί πανωλεθρία. Ο πατέρας είναι σιωπηλός και ανέκφραστος, η μητέρα ταραγμένη, την κατακλύζει η αγωνία ενώ περιγράφει τον εαυτό της ως άτομο χωρίς άγχη.

Για τον Ντανιέλ, όλα τα προβλήματα άρχισαν μετά τα δέκα του. Πληροφορούμεθα όμως ότι αμέσως μετά την γέννησή του ο ύπνος του ήταν ταραγμένος, ξυπνούσε συχνά και έκλαιγε. Λίγο αργότερα παρουσίασε νυχτερινούς τρόμους, εφιάλτες, φοβόταν το σκοτάδι, με συνέπεια, ακόμα και τώρα, να μην τολμά να κατεβεί μόνος του στο υπόγειο. Γύρω στα δέκα του, συμβαίνουν αλληλοδιαδόχως διάφορα γεγονότα: ισογενής ηπατίτιδα, κάταγμα κνήμης σκωληκοειδίτιδα, και ολ’ αυτά συνοδεύονται από χαρακτηρολογικές εκδηλώσεις και μια σημαντική αύξηση του βάρους. Στην ηλικία των δεκαπέντε ετών, μετά από τα πειράγματα και τα αστεία των συμμαθητών του, αρχίζει μια πολύ αυστηρή δίαιτα και χάνει 20 κιλά μέσα σε δεκαοχτώ μήνες. Παράλληλα προσέχει πολύ την φυσική του εμφάνιση και αποδίδει μεγάλη σημασία στο ντύσιμό του. Όλα αυτά μοιάζουν με σκηνικό θεάτρου, κάτι δηλαδή αρκετά κοινότυπο στη ζωή ενός εφήβου που αντιμετωπίζει ορισμένα προβλήματα. Πίσω όμως από την αυλαία θα συμβεί το ατύχημα, το οποίο θα τον οδηγήσει στην φυλακή. Μια νύχτα ξυπνάει με έντονο άγχος, πάει να πηδήσει από το παράθυρο, στη συνέχεια μετανιώνει, βγαίνει με την πιζάμα και, ωθούμενος από μια παρορμητική ψυχική κίνηση, την οποία δεν μπορεί να εξηγήσει, βάζει φωτιά σ’ ένα σημαντικό γι’ αυτόν κτήριο, και, κατόπιν, καθησυχασμένος κατά κάποιο τρόπο, επιστρέφει να ξαπλώσει και αποκοιμιέται δίχως να έχει πάρει κανένας είδηση αυτή τη νυχτερινή έξοδο. Λέει ότι είδε έναν εφιάλτη ακριβώς πριν ξυπνήσει από το άγχος, το περιεχόμενο του οποίου δεν θυμάται καθόλου. Αυτή η αφήγηση το μόνο που θα του επιτρέψει είναι να φέρει στην μνήμη του τις περιόδους κατάθλιψης κατά την εφηβεία του, που τις συνόδευαν ιδέες αυτοκτονίας. Οι γονείς όμως θεώρησαν κοινότυπα τα σωματικά και τα ψυχολογικά προβλήματα, με τη γνώμη και των οικογενειακών γιατρών. Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η οικογένεια και ο Ντανιέλ για όλα αυτά είναι ότι «φταίνε οι αδένες».

Κατά την παραμονή του στο ΠΙΨΚ θα τον παρακολουθεί μια νοσοκόμα κι εγώ ο ίδιος, και θα κάνει μια σειρά συνεδριών χαλάρωσης. Το πρώτο διάστημα, που διαρκεί περίπου έξι εβδομάδες, αφηγείται με ευκολία αναμνήσεις, αποφεύγοντας να αναφερθεί σε οποιαδήποτε συγκρουσιακή κατάσταση που αφορούσε στις σχέσεις του με τους γονείς του. «Είχα τα πάντα για να είμαι ευτυχισμένος», θα συμπεράνει μια μέρα. Εξάλλου, παρόλο που θυμάται ότι στο παρελθόν έβλεπε εφιάλτες, στις συνεντεύξεις αφήνει να διαφανεί ένα περίεργο συναίσθημα απουσίας φαντασιακής ζωής: όλα είναι ξεκάθαρα, εξηγήσιμα, αποκομμένα από συναισθήματα, βιώνει το σώμα του σαν να πρόκειται απλώς για ένα όργανο, η επιθυμία του εξάλλου είναι να γίνει χειρουργός και εκκμυστηρεύρεται πως, όταν έκανε εγχείριση σκωληκοειδίτιδας στα δέκα του, δεν φοβήθηκε αλλά ζήτησε από τον χειρουργό να του εξηγήσει με λεπτομέρειες τι πρόκειται να του κάνουν.

Αυτό έρχεται σε αντίφαση με τις φοβίες που αφηγείται: φοβάται μήπως πεθάνει μέσα στο σκοτάδι κι έχει ανάγκη ν’ αποκοιμηθεί με τη λάμπα αναμμένη και με μουσική, την οποία πήγαινε και έκλεινε η μητέρα του όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, έλεγχε τα παράθυρα να είναι καλά αμπαρωμένα, από φόβο μήπως εισβάλλει ένας άνδρας και τον σκοτώσει. Στους παιδικούς του εφιάλτες εμφανιζόταν πάντα ένας άνδρας που ορμούσε πάνω του για να τον σκοτώσει, αργότερα το τέρας μετασχηματίσθηκε σε άνδρα, ο οποίος τον παρακολουθούσε. Σε αντίθεση με τη διαβεβαίωση ότι είχε τα πάντα για να είναι ευτυχισμένος θυμάται, επίσης, ότι η παιδική του ηλικία ήταν ταραχώδης, τουλάχιστον όσον αφορά τις σχέσεις του με τους γονείς του, διότι στο σχολείο ήταν ήρεμος και εργατικός. Μιλά για την υπερβολική του προσκόλληση στη μητέρα του, λέει ότι πάθαινε πραγματικές «κρίσεις» όταν εκείνη έβγαινε έξω με τον πατέρα του, υποχρεώνοντάς την μερικές φορές να μείνει στο σπίτι να τον φυλάει. Μια συγκεκριμένη ανάμνηση θ’ αποκτήσει νόημα αργότερα, καθώς ξετυλίγονται οι συνεντεύξεις: θυμάται τη μητέρα του να επιστρέφει από το μαιευτήριο με το μικρό του αδελφό στην αγκαλιά, τότε ήταν επτά ετών και διατείνεται ότι δεν θυμάται τίποτα πριν απ’ αυτή την ηλικία.

Τα σεξουαλικά προβλήματα παρακάμφηκαν. Δεν είχε ποτέ σεξουαλικές σχέσεις αλλά πλατωνικές επαφές με μια νεαρή κοπέλα.

Δεν είναι δυστυχισμένος στη φυλακή. Αντίθετα, αισθάνεται καθησυχασμένος και έχουν καταλαγιάσει οι αυτοκτονικές του επιθυμίες, νιώθει καταξιωμένος που βρίσκεται σε ένα τέτοιο περιβάλλον και συναντάει τόσο διαφορετικούς απ’ αυτούς του συνηθισμένου περιβάλλοντός του.

Εάν δεν είχε διαπράξει ένα σημαντικό παράπτωμα, ο Ντανιέλ θα ήταν όπως κάθε έφηβος, ο οποίος αντιμετωπίζει ορισμένα προβλήματα, που διανύει περιόδους κατάθλιψης οι οποίες συνοδεύονται από ιδέες αυτοκτονίας, που ασχολείται με το σώμα του και τη φυσική του εμφάνιση, μια αμυντική δηλαδή επένδυση του σώματος ως «οργάνου» εφόσον ο παραμερισμός των φαντασιώσεων μπορεί να επανεργοποιήσει τις συγκρούσεις της παιδικής νεύρωσης.

Τότε λοιπόν θα συμβεί κάτι αποκαλυπτικό: ο Ντανιέλ κατάφερε να επενδύσει στους θεραπευτές του. Αυτό είναι αδιαμφισβήτιτο. Είναι ευτυχισμένος που εξηγήσαμε στους γονείς του ότι αντιμετωπίζει «κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα» αισθάνεται ότι τον καταλαβαίνουμε. Εγώ όμως του προκαλώ φόβο και το βλέμμα του απέναντί μου είναι φευγαλέο, σαν να προσπαθεί να αποφύγει κάτι, πράγμα που αποκαλύπτει ότι κατέχω τη θέση του φοβικού αντικειμένου. Έχει ανάγκη από την παρουσία της νοσοκόμας προκειμένου να γαληνέψει. Μια μέρα όμως  εκείνη θα απουσιάσει και θα υποχρεωθεί να με αντιμετωπίσει σε μια συνέντευξη που θα είμαστε οι δυό μας, κατά τη διάρκεια της οποίας θα εδραιωθεί, εντούτοις, η εμπιστοσύνη, πράγμα που διαπιστώνω, στην πορεία της συνέντευξης, όταν το γεμάτο ειλικρίνεια βλέμμα του συναντάει το δικό μου. Το περιεχόμενο αυτής της συνεδρίας δεν παρασημαίνει τίποτε περισσότερο απ’ ότι οι προηγούμενες: το φόβο δηλαδή της μητέρας του, τους εφιάλτες όπου τον παρακολουθούν, όνειρα πραγματοποίησης επιθυμιών όπως το να γίνει ένας σπουδαίος χειρουργός, ένα διάσημο πρόσωπο, κλπ.

Την επομένη ζητά να με ξαναδεί, είναι αρκετά ταραγμένος, πράγμα ασυνήθιστο γι’ αυτόν, και θέλει να μου εξηγήσει ότι την προηγούμενη νύκτα είδε τον ίδιο εφιάλτη μ’ εκείνον που προηγήθηκε του εγκλήματος, κι ότι αυτή τη φορά τον θυμάται: ένας άνδρας βγήκε από ένα σκοτεινό δρομάκι και του έμπηξε ένα αιχμηρό αντικείμενο στο μάτι. Τότε ξύπνησε κυριευμένος από το έντονο άγχος, μη μπορώντας να ξεχωρίσει το όνειρο από την πραγματικότητα, ενώ την προηγούμενη νύχτα συνειδητοποίησε ότι επρόκειτο περί ονείρου. Τις επόμενες μέρες θα ξαναδεί αυτόν τον εφιάλτη δύο ή τρεις φορές, και μετά θ’ απαλλαγεί από αυτόν. Φαίνεται ότι επειδή το πλαίσιο τον έκανε να αισθάνεται ασφαλής, διαδραματίζοντας το ρόλο αλεξιερεθιστικού συστήματος (όταν λέμε πλαίσιο δεν εννοούμε βεβαίως μόνο το γεγονός ότι ήταν κλεισμένος στη φυλακή), το όνειρο άγχους μετασχηματίσθηκε σε εφιάλτη. Ξύπνησε και κατάφερε να διακρίνει ξεκάθαρα τι είναι όνειρο και τι πραγματικότητα, κάτι που υποδηλώνει την καλή λειτουργία των ορίων του Εγώ. Αυτό του επιτρέπει να κάνει ορισμένους συνειρμούς: το δρομάκι βρίσκεται κοντά στο σπίτι των γονέων του, ονομάζεται δρομάκι των ερωτευμένων και κατά τη φαντασία των παιδιών και των εφήβων εκεί συμβαίνουν «πολλά και διάφορα». Η πρώτη του κίνηση, να πάει δηλαδή να πηδήσει από το παράθυρο όταν ξύπνησε γεμάτος άγχος, έχει να κάνει με μια λογομαχία που είχε με τη μητέρα του την παραμονή, όταν την απείλησε ότι θα αυτοκτονήσει εκσφενδονιζόμενος από το παράθυρο. Αφού διασαφηνίσθηκε το όνειρο και δίχως να γνωρίζουμε καλά καλά τη σημασία της εγκληματικής πράξεως, αν και είμαστε σε θέση να τη μαντέψουμε, ο Ντανιέλ έχει την εντύπωση ότι προσεγγίζει μια νέα περίοδο.

Πράγματι, τις επόμενες εβδομάδες θα καταφέρει να επεξεργαστεί ορισμένα θέματα, σημείο στο οποίο θα επανέλθουμε. Ας μνημονεύσουμε όπως πρώτα πρώτα ένα δεύτερο συμβάν, που έγινε δύο περίπου μήνες αφότου θυμήθηκε το όνειρο άγχους, κατά τη διάρκεια μιας προσωρινής άδειας εξόδου, και αποκαλύπτει την ευθραυστότητα της ισορροπίας που αποκτήθηκε με τίμημα την οργάνωση της ψυχρής ψύχωσης. Μετά από κάποια αντιλογία, ο Ντανιέλ βγαίνει έξω και αισθάνεται σαν «να του έδωσαν μια σπρωξιά στην πλάτη». Κακομεταχειρίστηκε ένα φιλαράκο που μοιράζονταν το δωμάτιο και ο οποίος ήθελε να τον εμποδίσει να βγει, αποφάσισε επίσης να τον παρακολουθεί από απόσταση. Παραξενεύτηκε από το απότομο, ασυνήθιστο βάδισμά του, τα χέρια του κολλημένα πάνω στο σώμα. Κάποια στιγμή τον βλέπει να κάνει την κίνηση να πέσει πάνω σε ένα αυτοκίνητο, μια άλλη φορά να πέφτει σ’ ένα ποτάμι περπατώντας πάνω από τη γέφυρα. Αυτές οι κινήσεις ήταν αρκετά διστακτικές ώστε να μη χρειασθεί να επέμβει. Εν τέλει ένα ζευγάρι που είχε αυτοκίνητο θα οδηγήσει τον Ντανιέλ στο σπίτι του όπου τον παίρνει ο ύπνος γρήγορα.

Από τη στιγμή που του διηγήθηκε αυτή τη σκηνή ο σύντροφός του, χρειάστηκε να περάσουν τρεις μέρες για να τη θυμηθεί και να κατανοήσει την προέλευσή της: επειδή αισθανόταν ότι οι γονείς του τον είχαν φυλακισμένο και κυρίως η μητέρα του, η οποία τον εμπόδιζε να βγει έξω να πάει να χορέψει, ήθελε να φύγει και να επανακτήσει οριστικά την ελευθερία του. Aυτοσχέδια αναχώρηση, δίχως σκοπό και χρήματα, ένα είδος πραγμάτωσης της φαντασίωσης, προκειμένου ν’ απαλλαγεί από την κυριαρχία της μητέρας του. Μόνο όταν αντιλήφθηκε ότι ήταν απένταρος άρχισε να οραματίζεται την αυτοκτονία, μιας και ο θάνατος αποτελούσε τότε το μοναδικό τρόπο να ξεφύγει από τη μητέρα του.

Ο Ντανιέλ θα βγει μετά από μερικούς μήνες και θα ξαναρχίσει τη ζωή μαζί με τους γονείς του. Αυτή τη φορά όμως θα ακολουθήσει την επαγγελματική εκπαίδευση που επιθυμούσε. Εφόσον δεν ήταν δυνατόν να ελπίζει ότι θα σπουδάσει ιατρική, άρχισε να ενδιαφέρεται για τη δημιουργία ενδυμάτων και για τη μόδα. Αυτή η επιλογή δεν είναι προφανώς ανώδυνη, όπως ο χορός, στον οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω, δεδομένης της εφηβείας και της ψυχικής δομής. Πέρασαν αρκετά χρόνια και η κατάσταση παρέμεινε σταθερή αλλά εύθραυστη. Ο πατέρας θα μας τη συνοψίσει αρκετά καλά λέγοντας μας ότι ο γιός του διατηρεί την ισορροπία του παρακάμπτοντας όμως τα εμπόδια. Πήρε, λόγουχάρη, απαλλαγή από το στρατό, ο οποίος, αναμφίβολα, θα συνιστούσε μια αιτία αποδιοργάνωσης. Προηγήθηκαν ορισμένες εκδηλώσεις που μας έκαναν να ανησυχήσουμε αρκετά εφόσον σκεπτόταν ότι δεν θα μπορούσε να γλιτώσει το στρατό.

Η διάγνωση της «ψυχρής ψύχωσης» που διατυπώσαμε βασίζεται σε δύο πολύ διαφορετικές στάσεις του Ντανιέλ, οι οποίες είναι αντιφατικές δίχως όμως να αλλληλοαποκλείονται: αυτήν του φρόνιμου και επιμελούς μαθητή του Λυκείου, που συναντάει πολλούς φίλους, αγόρια και κορίτσια – του νεαρού της καλής οικογένειας, δίχως ιστορία με την κυριολεκτική έννοια της λέξεως – εφόσον οι αναμνήσεις του είναι ελάχιστες και αυτές αναφέρονται λες και δεν έχουν εγγραφεί μέσα στον χρόνο. Τα συναισθήματα είναι επιφανειακά, σαν απονεκρωμένα, και η επαφή ψυχρή. Αυτό το κομμάτι της προσωπικότητας αγνοεί το άλλο σε τέτοιο βαθμό, ώστε μετά την αποφυλάκισή του θα μας πει το εξής: «Δόξα τω Θεώ, κράτησα όλες τις επιστολές που μου έστειλαν οι φίλοι μου όλο αυτό το διάστημα, διαφορετικά δεν θα ήμουν σίγουρος ότι όλη αυτή η περιπέτεια ήταν αληθινή».  Η άλλη στάση είναι εκείνη η οποία σχετίζεται με τις θυελλώδεις αναστατώσεις, που οφείλονται στις παρορμητικές κινήσεις που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει διαφορετικά παρά παραμερίζοντάς τες και οι οποίες, ορισμένες στιγμές, υπερφαλαγγίζουν τις αντιεπενδύσεις που επετεύχθησαν με δαπανηρό τρόπο. Η μια από τις στάσεις ζωής προέρχεται από τη διάψευση της άλλης, γι’ αυτό μερικές φορές θα είναι δύσκολο στον Ντανιέλ να αποδεχθεί κάτι που συνέβη, με βάση στοιχεία της πραγματικότητας.

Η εικόνα που παρουσιάζουν οι γονείς του είναι αποκαλυπτική. Θα επαναλάβουμε τα ίδια τα λόγια του Ντανιέλ για να την προσδιορίσουμε. Για τον πατέρα του λέει: «Μεταξύ οκτώ και δώδεκα ετών φοβόμουν τον πατέρα μου, είναι ψυχρός, δεν θυμάμαι να αισθανόμουν κάτι γι’ αυτόν, πιστεύω ότι παρεμπόδιζα τα συναισθήματά μου. Ερχόταν να με καληνυχτίσει και δεν μου έκανε ούτε κρύο ούτε ζέστη. Αντίθετα, ήμουν ευχαριστημένος με τη μητέρα μου, διαδραμάτιζε το ρόλο και του πατέρα και της μητέρας. Θα χαρεί όμως πολύ όταν λάβει ένα γράμμα από τον πατέρα του στη φυλακή. Θα ισχυρισθεί πως έκανε ότι ήταν δυνατόν ώστε να προκαλέσει, μέσω της μητέρας του, την αποστολή αυτής της επιστολής, διότι ο πατέρας του, όπως για όλα τα πράγματα έτσι και γι αυτό, επαφίεται στη γυναίκα του για ζητήματα αλληλογραφίας. Με αφορμή αυτό το γράμμα θα πει: «Αντιλαμβάνομαι ότι άλλαξε, άρχισε να δένεται μαζί μου. Σκέφθηκα ότι και εκείνος θα ήταν ευχαριστημένος γι’ αυτό. Κατάλαβε ότι μόνο αυτός μπορούσε να με παρηγορήσει, παρόλο που με καθησύγαζε η μητέρα μου». Δεν μπορούσε όμως να προχωρήσει σε μια σχέση με τον τόσο επιθυμητό πατέρα παρά σε συνάρτηση με το πανταχού παρόν μητρικό μορφοείδωλο: “Όταν η μητέρα μου έφευγε τρεις μέρες για να πάει να φροντίσει ένα μέλος της οικογενειάς της, εγώ ήμουν εκείνος που αναλάμβανε το ρόλο της. Ήταν κάτι που με ευχαριστούσε διότι ερχόμουν πιο κοντά στον πατέρα μου, συζητούσαμε. Αποκτούσα το ρυθμό ζωής της μητέρας μου: έπλενα, σιδέρωνα, μεγείρευα, σέρβιρα το φαγητό στο πατέρα μου, διότι μόνο τότε έτρωγε, όπως ακριβώς έκανε η μητέρα μου. Συζητούσαμε πιο ελεύθερα, η μητέρα μου εξέφραζε πάντα επιφυλάξεις και ο πατέρας μου υποχωρούσε στα επιχειρήματά της. Έπαιζε αυτό που ήθελε ώστε να περάσει το δικό της, κι έτσι υπήρχαν δύο εναντίον μου. Τον χειραγωγούσε, οπότε είχε μια ψευδή εικόνα για μένα»

Νιώθει λοιπόν φυλακισμένος σε μια ταύτιση με τη μητέρα από την οποία δεν μπορεί να ξεφύγει παρά μέσα από βίαιους θυμούς και την εγκληματική ενέργεια. Υπάρχει μεταξύ τους μια έντονη συναισθηματική συμμετοχή: «Την Κυριακή δεν νιώθω ποτέ καλά κι αυτό συνδέεται μ’ ένα ορισμένο τραγούδι. Υπέφερα τόσο πολύ, που δεν μπορούσα να το ακούσω ως το τέλος. Η μητέρα μου έκλαιγε κάθε φορά και υπέθετα ότι σκεπτόταν σίγουρα την μητέρα της, η οποία πέθανε όταν η ίδια ήταν δώδεκα ετών». Αισθάνεται διαρκώς πανικόβλητος μήπως τη χάσει. Εκείνη όμως δεν του επιτρέπει κανενός είδους αυτονόμηση: «Συνειδητοποιώ ότι η μητέρα μου συμπεριφέρεται σαν να ήταν σύζυγός της. Με εξόργιζε το γεγονός ότι με περίμενε οποιαδήποτε ώρα της ημέρας ή της νύχτας. Δεν νομίζω ότι ζήλευε αλλά σκέπτεται πάντα το ατύχημα, το θάνατο». «Θεωρώ πως όταν ήμουν χονδρός, ήμουν πιο κοντά της, και πιστεύω ότι θα ήθελε να μείνω όπως τότε.»

Έτσι λοιπόν οι διάφορες περίοδοι της υπαρξής του έχουν συνδεθεί με τις μεταπτώσεις των σχέσεων με το μητρικό μορφοείδωλο:  η επίμονη αϋπνία του σταμάτησε στην ηλικία των επτά ετών, όταν γεννήθηκε ο μικρός του αδελφός και το άγχος της μητέρας του μετατοπίσθηκε σ’ αυτό το παιδί, που ήταν πρόωρο και το οποίο έγινε γρήγορα ανορεκτικό, οι ασθένειες και τα ατυχήματα άρχισαν μεταξύ δέκα και δώδεκα ετών, προφητική ηλικία, μιας και η μητέρα του έμεινε ορφανή στα δώδεκα: «Από πολύ μικρός, έξι επτά ετών, φοβόμουν πάντα μήπως οι γονείς μου πάρουν διαζύγιο, φοβόμουν πολύ μήπως χωρίσουν». Και όταν έγινα δώδεκα χρονών, ακόμα περισσότερο…». «Είχα ένα φιλαράκο με τον οποίο τα πηγαίναμε πολύ καλά, η μητέρα του πέθανε όταν ο ίδιος ήταν δώδεκα, όπως και στην μητέρα μου. Έκτοτε δεν μπόρεσα να του ξαναμιλήσω, δεν ξέρω για ποιο λόγο.» Στη συνέχεια προφύλαξε  τον εαυτό του από το άγχος του αποχωρισμού μέσω της βουλιμίας, κατόπιν θα σφραγίσει την εφηβεία του αδυνατίζοντας θεαματικά αλλά με χαρακτηρολογικές εκρήξεις και το έγκλημα που γνωρίζουμε. Μέσω της διεργασίας της επεργασίας, η οποία παρέμεινε ημιτελής, θα συνειδητοποιήσει την αμφιθυμία του και την επιθετικότητά του απέναντι στην μητέρα του.

Λίγο μετά την εισαγωγή του είχε πει ότι διατηρούσε ολοκάθαρη την ανάμνηση της μητέρας του να επιστρέφει από το μαιευτήριο με το μικρό του αδελφό στην αγκαλιά της. Πρόκειται για μια ανάμνηση – παραπέτασμα, η οποία θα αποκτήσει το νόημά της όταν θα ανακαλύψει τη φαντασίωση που επικαλύπτει: βλέπει τον εαυτό του στο μαιευτήριο, περιμένοντας τη μητέρα του, όταν ξαφνικά σκέπτεται ότι εκείνη θα επιστρέψει μ’ ένα άλλο μωρό διότι ο αδελφός του πέθανε.

Αργότερα, στην ηλικία των δώδεκα ετών πάντα, η μητέρα του πηγαίνει σ’ έναν εμπειρικό, τον οποίο συμβουλεύεται για τον εαυτό της. Εκείνη την εποχή ο Ντανιέλ υποφέρει από πονοκεφάλους και διάφορους πόνους και δεν θέλει πλέον να ξαναδεί τον εμπειρικό: «Όλα καλύπτονταν από μυστήριο, πράγματα που είχαν να κάνουν με την μαγεία. Πίστεψα ότι είχε μπει μέσα μου ο διάβολος κι ότι ο εμπειρικός είχε συναντήσει τη μητέρα μου πριν από τη γεννησή μου κι ότι η μητέρα μου μου είχε μεταδώσει όλα αυτά».

«Η κρίση του» στη διάρκεια μιας προσωρινής άδειας εξόδου, την οποία μνημονεύσαμε, τον οδηγεί να συλλογισθεί και να την περιγράψει μετά την ανακάλυψη αυτής της ανάμνησης. Θα γράψει λοιπόν ότι κατάλαβε τα πάντα κι ότι το κακό προέρχεται από τη μητέρα του: μιλάει για έναν «ασύλληπτο θυμό» επειδή οι γονείς του δεν τον άφηναν να βγει έξω. Βγήκε όμως, παρ’ όλα αυτά, μαζί με ένα φίλο του, κι αυτό υπήρξε η πρώτη ελεύθερη πράξη της ζωής του απέναντι στη μητέρα του, η οποία διηύθυνε τα πάντα. Κατά την διάρκεια μιας συγκεχυμένης σκηνής, ο φίλος του, τον οποίο είχε συμβουλέψει η μητέρα του Ντάνιελ, τον πείθει να επιστρέψουν στον σπίτι: τότε λοιπόν παίρνει τους δρόμους στην τύχη, «σαν αυτόματο», ανίκανος  να σκεφθεί επειδή τον είχε κατακλύσει ο θυμός και η επιθυμία φυγής. Τελειώνει την επιστολή του προς μια νοσοκόμα, προτείνοντας μια λύση ελευθερίας: “Είναι η μόνη μου ευκαιρία να μπορέσω επιτέλους ν’ αρχίσω να ζω υιοθετώντας τις δικές μου απόψεις και να μην δίνω αναφορά σ’ ένα καθημερινό δικαστήριο (τους δικούς του) που έχει την τάση να λέει πάντα όχι».

Αυτή η εξέγερση του εφήβου, ο οποίος δεν είχε την δυνατότητα να ταυτισθεί με διαφοροποιημένα γονεϊκά μορφοείδωλα, εντείνεται από την καταβύθιση στην προβληματική ταύτιση με το παντοδύναμο και θανατερό μητρικό μορφοείδωλο.

Έτσι συλλαμβάνουμε καλύτερα το νόημα του ονείρου άγχους που συνιστά τη γενεσιουργό αιτία του εγκλήματος: στον άνδρα που παρακολουθεί τον Ντανιέλ συμπυκνώνονται οι ομοφυλόφιλες επιθυμίες του και η ακαταμάχητη έλξη του προς τη παντοδύναμη μητέρα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι καταφέρει το χτύπημα με το μαχαίρι στο μάτι, γεγονός που συμβολίζει τη βλάβη της λειτουργίας του βλέμματος, η οποία θα του επέτρεπε να αποσπασθεί από τις αλλοτριωτικές ταυτίσεις, αφήνοντας βεβαίως κατά μέρος τη σημασία αυτού του οργάνου όσον αφορά στη σεξουαλικότητα. Το ότι δίστασε ν’ αυτοκτονήσει σχετίζεται, όπως είδαμε, με την επιθυμία να ξεφύγει με τη μητέρα. Η πυρκαγιά αναπαριστά την επίθεση ενάντια στην μητέρα και συγχρόνως στην πραγματοποίηση της μεγαλομανίας και προφανώς την επιβεβαίωση του ανδρισμού του, με πολύ αβέβαιο όμως τρόπο.

Κατά τη διάρκεια των συνεδριών χαλάρωσης δραματοποιεί το περιέχομενο της εγκληματικής πράξης: βλέπει τον εαυτό του νεκρό, μετά ξαναγεννιέται και το παρευρισκόμενο πλήθος τον χειροκροτεί. Στην πραγματικότητα έγινε όντως γνωστός, κατά κάποιον τρόπο, στην κοινή γνώμη και δεν έλαβε ποτέ τόσες επιστολές από συμμαθητές του όσες από τότε που πήγε στην φυλακή.

Μας εξέπληξαν ο πλούτος και η πληθώρα των φαντασιώσεων κατά τις συνεδρίες χαλάρωσης, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με το γεγονός ότι δεν θυμάται τα ονειρά του. Σ’ ένα δεύτερο χρόνο αυτό που προέχει είναι η επένδυση του σώματος μέσω των πολλαπλών αισθήσεων που βιώνει.

Ξανασυναντάμε λοιπόν αυτό το οποίο αντιμετωπίσαμε και στις προηγούμενες κλινικές παρατηρήσεις: τη σπουδαιότητα της λειτουργίας του βλέμματος, με οποιαδήποτε τρόπο και αν εκδηλώνεται, καθώς και την επένδυση του σώματος που θέτει υπό κρίση τη λειτουργία του αυτοερωτισμού.

Πηγή: Claude Balier –Η ψυχανάλυση της βίας