Όταν έρχεται ο Ξένος

 

Όλα δικά μας, – είπε ο Ξένος. – Όλα του κόσμου τούτου-

Και τους νεκρούς μας τους κουβαλάμε μέσα μας

Χωρίς ο χώρος να στενεύει, χωρίς να βαραίνουμε-

Συνεχίζουμε τη ζωή τους απ’ τις βαθιές ζωές και τις έρημες ρίζες,

Τη δική τους ζωή, τη δική μας ακέρια μες στον ήλιο. Τότε ακριβώς είναι

Που γίνεται

Μια μεγάλη διαφάνεια,

Διακρίνονται πέρα τα γαλανά νησιά και τα νησίδια που ποτέ ως τώρα δεν φάνηκαν

Κι ακούγεται ευδιάκριτα η χορωδία των μικρών κοριτσιών απ’ την αντίπερα όχθη

Των μικρών κοριτσιών που φύγανε νωρίς, αφήνοντας

Μισοτελειωμένη την πρώτη τους ομιλία με μια μαργαρίτα.

 

Σας έλεγα, λοιπόν, πως δεν υπάρχει θάνατος, – τέλειωσε ο Ξένος

Ήξερα, απλά, τόσο που εμείς χαμογελάσαμε χωρίς δισταγμό,

Δεν φοβηθήκαμε τους σκεπασμένους καθρέπτες. Ένας τρίγωνος ήλιος στον απέναντι τοίχο

Είχε επιμηκυνθεί φωτιζόταν ολόκληρο το βορινό δωμάτιο

Από μια μόνιμη αντανάκλαση. Μας πήρε το άρωμα

Από βουνά καρπών που ξεφορτώναν στα μανάβικα.

Ακούσαμε τους χτύπους στο γειτονικό σιδεράδικο και τα τραμ που έστριβαν δίπλα στα κρεωπωλεία.