1958    Στοκχόλμη

 

 

Το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο, που χορεύει και κάνει τον κόσμο να χορεύει, είναι στις δόξες του. Στο Παγκόσμιο Ποδόσφαιρο της Σουηδίας, ο Πελέ και ο Γκαρίντσα καθιερώνονται, διαψεύδοντας όσους λένε ότι οι μαύροι δεν μπορούν να παίξουν σε ψυχρό κλίματα.

Ο Πελέ, αδύνατος, σχεδόν παιδί, φουσκώνει το στήθος για να εντυπωσιάσει, κι ανασηκώνει το πιγούνι. Παίζει ποδόσφαιρο όπως θα έπαιζε ο θεός, αν ο θεός αποφάσιζε να ασχοληθεί σοβαρά με την υπόθεση. Ο Πελέ σουτάρει την μπάλα όπου θέλει, όποτε θέλει και όπως θέλει, κι εκείνη δεν τον απογοητεύει. Την πετάει ψηλά στον αέρα, εκείνη διαγράφει μια μεγάλη καμπύλη κι επιστρέφει υπάκουη στο πόδι του, καταευχαριστημένη, ή μπορεί δεμένη με ένα αόρατο νήμα. Ο Πελέ τη σηκώνει, μαζεύει το στήθος, την αφήνει να κυλήσει απαλά πάνω στο κορμί του: δίχως ν’ ακουμπήσει στο έδαφος, της αλλάζει πόδι, καθώς ορμάει, τρέχει, τρέχει με κατεύθυνση το γκολ. Δεν υπάρχει κανείς να τον πιάσει, με λάσο ή με σφαίρα, κατευθείαν μέσα στο δίχτυ.

Μέσα κι έξω από το γήπεδο, προσέχει. Δεν χάνει ποτέ λεπτό από το χρόνο του, ούτε του πέφτει ποτέ ένα κέρμα από την τσέπη. Μέχρι πρότινος γυάλιζε παπούτσια στις αποβάθρες του λιμανιού. Ο Πελέ ήταν γεννημένος για ν’ ανέβει ψηλά, και το ξέρει

ΕΝΤΟΥΑΡΝΤΟ ΓΚΑΛΕΑΝΟ