Σε ορισμένες κοινωνίες, η κοινωνικοποίηση συντελείται ακόμη μέσα στο σχολείο και στην ομάδα. Στις σύγχρονες όμως κοινωνίες, αυτή πραγματοποιείται κυρίως στο εκπαιδευτικό σύστημα. Εκτός από την πνευματική του κατάρτιση, το άτομο στο σχολείο μαθαίνει να αυτοπειθαρχεί, να θέτει στόχους, να τους εκπληρώνει, να συνεργάζεται, να συναγωνίζεται.
Το σχολείο μεταδίδει επίσης στα παιδιά σύνολα προσδοκιών στις οποίες πρέπει να ανταποκριθούν όταν μεγαλώσουν. Προσανατολίζονται επαγγελματικά και προετοιμάζονται για τους διάφορους ρόλους. Στο σχολείο μαθαίνουν για τα δικαιώματα και τα καθήκοντα τους ως πολίτες, και τους καλλιεργείται το αίσθημα της ευθύνης που έχουν ως μέλη της κοινωνίας στην οποία ζουν.
Προβάλλεται συχνά η άποψη ότι η κοινωνικοποίηση που πραγματοποιείται στην οικογένεια έχει συναισθηματικό χαρακτήρα, ενώ στο σχολείο πνευματικό. Αυτή η θέση όμως παραγνωρίζει το ότι η κοινωνικοποίηση που πραγματοποιείται στο σχολείο δεν στερείται προσωπικών στοιχείων. Η γνώμη του δασκάλου για τον μαθητή και η ανάλογη αντιμετώπισή του, ή άποψη του μαθητή για τον εαυτό του και τους άλλους, αποτελούν απόδειξη περί του αντιθέτου.
Το σχολείο δεν αποτελεί μόνον φορέα κοινωνικοποίησης, αλλά και θεσμό κοινωνικού ελέγχου. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελούν οι διάφορες νομοθετικές ρυθμίσεις, οι οποίες καθορίζουν τη θέση του σχολείου στο κοινωνικό σύστημα, τη συνεργασία των σχολείων με τις δικαστικές αρχές, φορείς Πρόνοιας, κλπ.
Η απόδοση του νέου στο σχολείο, και γενικότερα η στάση του στην εκπαιδευτική του διαδικασία συνδέθηκε με την αποκλίνουσα συμπεριφορά και την εγκληματικότητα. Οι έρευνες έδειξαν ότι νέοι με σοβαρά προβλήματα στο σχολείο, με μειωμένες αποδόσεις, ελλιπή παρακολούθηση, επανειλημμένες αποτυχίες και απουσία κινήτρων για μόρφωση μπλέκονται ευκολότερα από τους άλλους σε παραβατικές δραστηριότητες. Οι σχολικές αποτυχίες συσχετίσθηκαν με οικογενειακά προβλήματα και με τη θέση της οικογένειας στην κοινωνική διαστρωμάτωση, πράγμα που αποτελεί απλοποίηση της πραγματικότητας, διότι δεν λαμβάνεται υπόψη το πλέγμα όλων των παραγόντων οι οποίοι οδηγούν κάποιον στην αποκλίνουσα συμπεριφορά. Παραγνωρίζεται, για παράδειγμα, το γεγονός ότι τα ίδια τα σχολεία συμβάλλουν συχνά στην παρέκκλιση, κάνοντας διακρίσεις ανάμεσα σε <<καλούς>> και << κακούς>> μαθητές.
Σύμφωνα με τα κριτήρια των μεσαίων στρωμάτων, μαθητές με έκδηλα αρνητικά οικογενειακά χαρακτηριστικά και προβλήματα κοινωνικοποίησης κινδυνεύουν περισσότερο απ’ άλλους να χαρακτηρισθούν ως <<αποτυχημένοι>>. Οι δάσκαλοι, λειτουργώντας κυρίως με βάση στερεότυπες θεωρίες και προσωπικές εκτιμήσεις, κατηγοριοποιούν τους μαθητές ανάλογα με τις επιδόσεις τους, την καλή τους συμπεριφορά, και ανάλογα με την κοινωνικο- οικογενειακή κατάσταση των οικογενειών τους. ‘Οσοι μαθητές χαρακτηρίζονται αρνητικά έχουν και την ανάλογη μεταχείριση από τους δασκάλους. Επειδή τα παιδιά δεν έχουν ιδιαίτερες αντιστάσεις, αποδέχονται σταδιακά τον αρνητικό χαρακτηρισμό ως στοιχείο της ταυτότητάς τους. Ο στιγματισμός και η αποδοχή του ρόλου του <<διαφορετικού>> περιορίζει αυτόματα τις πιθανότητες να περιορισθούν τα προβλήματα της συμπεριφοράς του ως παροδικά.
Οι έρευνες έδειξαν επίσης ότι η επαγγελματική κατάσταση των νεαρών παραβατών δεν είναι καλύτερη από την εκπαιδευτική. Υψηλά ποσοστά ανεργίας, συχνή αλλαγή εργασίας , μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς απασχόληση, έλλειψη επαγγελματικής εκπαίδευσης και αρνητική στάση στην εργασία είναι τυπικά χαρακτηριστικά. Οι αποτυχίες στο σχολείο φαίνεται ότι συνεχίζονται και στην εργασία και σε περίπτωση που το άτομο διαπράξει κάποια παράνομη πράξη και συλληφθεί, ανοίγει ο δρόμος απόρριψής του από την κοινωνία και την κοινωνίας από τον ίδιο.