Τα άτομα με ενδοβλητικά καταθλιπτική ψυχολογία πιστεύουν ότι, κατά βάθος, είναι κακοί άνθρωποι. Οδύρονται για την απληστία, τον εγωισμό, τον ανταγωνισμό, την ματαδαιοξία, την υπερηφάνεια, τον θυμό, τον φθόνο και τη λαγνεία που πιστεύουν ότι τα διακρίνει. Αντιλαμβάνονται όλες αυτές τις φυσιολογικές πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας ως διεστραμμένες και επικίνδυνες. Ανησυχούν ότι διακρίνονται από έμφυτη καταστραφικότητα. Οι φόβοι τους αυτοί μπορούν να πάρουν μια στοματική διάσταση και εκφράζονται με αντιλήψεις όπως: «Φοβάμαι ότι η πείνα μου θα καταστρέψει τους άλλους» ή μια πρωκτική διάσταση που εκδηλώνεται με την πεποίθηση: «Η περιφρόνηση και ο σαδισμός μου είναι επικίνδυνα». Επίσης, είναι δυνατόν να λάβουν μια πιο οιδιπόδεια διάσταση, όπως φαίνεται στην πεποίθηση: «Οι επιθυμίες μου να ανταγωνιστώ για να κερδίσω την αγάπη είναι κακές».

Tα καταθληπτικά άτομα νοηματοδότησαν την απώλεια αγαπημένων αντικειμένων για τα οποία δεν πένθησαν, πιστεύοντας ότι υπήρχε κάτι μέσα τους που τα έδιωξε μακριά. Το γεγονός ότι ένιωθαν να απορρίπτονται μετατράπηκε στην ασυνείδητη πεποίθηση ότι άξιζαν την απόρριψη, ότι τα σφάλματα τους την προκάλεσαν και ότι η μελλοντική απόρριψη είναι αναπόφευκτη, εάν κάποιος τους γνωρίσει σε βάθος. Τα καταθληπτικά άτομα προσπαθούν πολύ σκληρά να είναι «καλοί» άνθρωποι, αλλά φοβούνται ότι θα εκτεθεί η διεφθαρμένη φύση τους και θα απορριφθούν ως ανάξια. Μια από τις ασθενείς μου ήταν πεπεισμένη ότι θα αρνιόμουν να τη συναντήσω ξανά, αν θα μάθαινα για τις επιθυμίες θανάτου που είχε σαν παιδί για τη μικρότερη αδελφή της.Η ίδια, όπως και πολλοί άλλοι ενημερωμένοι ασθενείς που κάνουν ψυχοθεραπεία σήμερα, αναγνώριζε συνειδητά ότι τέτοιες επιθυμίες είναι αναμενόμενο να υπάρχουν στην ψυχολογία ενός εκθρονισμένου παιδιού, το βαθύτερο νοημά της, ωστόσο, εξακολουθούσε να είναι η αναμονή της καταδίκης της από τους άλλους.

Μερικές φορές, η ενοχή ενός ενδοβλητικά καταθληπτικού ατόμου είναι ακατανόητη. Όλοι μας έχουμε κάποιες ενοχές και αυτό το συναίσθημα έχει τη θέση του στην πολύπλοκη και όχι τόσο καλοκάγαθη φύση μας, ωστόσο, η καταθλιπτική ενοχή χαρακτηρίζεται από ένα είδος μεγαλειώδους έπαρσης. Σε ένα άτομο με ψυχωτική κατάθλιψη αυτή η ενοχή συχνά  λαμβάνει τη μορφή βεβαιότητας ότι η διεφθαρμένη φύση του ατόμου προκάλεσε μια σημαντική καταστροφή. Τέτοια άτομα συρρέουν στα αστυνομικά τμήματα μόλις γνωστοποιηθεί ένα έγκλημα, για να παραδοθούν για κάτι το οποίο είναι αντικειμενικά αδύνατο να έχουν διαπράξει. Παρόμοιες ιδέες θα αναδυθούν κατά τη διάρκεια της ψυχοθεραπείας, ακόμη και σε διαχυτικά άτομα τα οποία δεν εκδηλώνουν συμπτωματικά κλινικής κατάθλιψης και έχουν υψηλό επίπεδο χαρακτηρολογία.  Ένα επαναλαμβανόμενο θέμα που παρουσιάζουν οι καταθλιπτικοί ασθενείς είναι  η πεποίθησή τους ότι: «Μου συμβαίνουν κακά πράγματα, γιατί έτσι μου αξίζει». Συχνά, επίσης, έχουν ένα παράδοξο είδος αυτοεκτίμησης που βασίζεται στη μεγαλομανιακή ιδέα ότι: «Κανένας δεν είναι τόσο κακός, όσο είμαι εγώ».

Επειδή, ακριβώς, βρίσκονται σε μια κατάσταση συνεχώς ετοιμότητας να πιστέψουν το χειρότερο για να εαυτό τους,  τα καταθλιπτικά άτομα μπορούν να είναι ιδιαίτερα εύθικτα. Η αρνητική  κριτική μπορεί να τα καταστρέφει. Εάν ένα μήνυμα περιλαμβάνει μια νύξη για τα σφάλματά τους, η τάση τους είναι να κρατήσουν μόνο το αρνητικό τμήμα του μηνύματος. Όταν η κριτική είναι εποικοδομητική, όπως στην περίπτωση αξιολόγησης της εργασίας τους, έχουν την τάση να νοιώθουν εκτεθειμένη και πληγωμένα, με αποτέλεσμα να παραβλέπουν ή να ελαχιστοποιούν κάθε θετικό σχόλιο. Όταν γίνονται δέκτες κακόβουλων επιθέσεων από τους άλλους, αδυνατούν να κατανοήσουν ότι κανένας δεν αξίζει να υφίσταται κακοποίηση, ανεξάρτητα από τον βαθμό στον οποίο είναι δικαιολογημένα τα παράπονα εκείνου που απαγγέλλει τις κατηγορίες.

Συχνά, τα ενδοβλητικά καταθληπτικά άτομα χειρίζονται την ασυνείδητη δυναμική της προσωπικότητάς τους μέσω της βοήθειας που προσφέρουν στους άλλους με φιλανθρωπικές  δραστηριότητες ή με κοινωνική προσφορά, αντισταθμίζοντας έτσι την ενοχή τους. Μια από τις μεγαλύτερες ειρωνείες της ζωής είναι ότι τα άτομα που αντικειμενικά έχουν και τις πιο αγαθές προθέσεις, είναι και τα πιο ευάλωτα στα συναισθήματα ηθικής κατωτερότητας. Πολλά άτομα με καταθλιπτική προσωπικότητα έχουν την ικανότητα να διατηρούν μια σταθερή αίσθηση αυτοεκτίμησης και να αποφεύγουν τη βίωση καταθλιπτικών επεισοδίων κάνοντας καλές πράξεις.

Υπάρχουν ψυχοθεραπεύτριες που χαρακτηρίζονται ενδοβλητικά άτομα. Αναζητούν ευκαιρίες να βοηθήσουν τους άλλους, ώστε να απομακρύνουν το ασυνείδητο άγχος τους για τη δική τους καταστροφικότητα . Δεδομένου  ότι είναι δύσκολο να παράσχουμε ψυχολογική βοήθεια τόσο γρήγορα όσο τουλάχιστον θα επιθυμούσαμε, ότι είναι αδύνατον να αποφύγουμε την πρόκληση πρόσκαιρης οδύνης στους ασθενείς για να τους βοηθήσουμε να προχωρήσουν ή ότι υπάρχει και η περίπτωση, απλά, να κάνουμε ένα λάθος, οι αρχάριες θεραπεύτριες συχνά νιώθουν υπερβολικά υπεύθυνες και ασκούν δυσανάλογα έντονη αυτοκριτική. Όντως, οι επόπτες των αρχάριων ψυχοθεραπευτριών είναι σε θέση να επιβεβαιώσουν πόσο συχνά αυτή η δυναμική καθυστερεί την πρόοδο των εκπαιδευμένων τους. Μια από τις καταθληπτικές ασθενείς μου, που ήταν θεραπεύτρια, ανταποκρινόταν σε οποιαδήποτε δυσκολία με έναν ασθενή της – ιδιαίτερα στην περίπτωση που αυτή η δυσκολία της προκαλούσε  συναισθήματα- εξετάζοντας την προσωπική της συμβολή στο πρόβλημα, σε τέτοιον βαθμό, ώστε να χάσει την ευκαιρία να εκπαιδευτεί στις συνηθισμένες μεταστροφές που περιλαμβάνει η εργασία με αυτό το συγκεκριμένο είδος ασθενών. Το γεγονός ότι η θεραπεία είναι μια διαδικασία που εμπλέκει δύο πρόσωπα και στην οποία η διυποκειμενικότητα είναι δεδομένη, μετατράπηκε από την ασθενή μου σε απαίτηση για αυτοεξαγνισμό και σε τρόμο ότι κατά βάθος ήταν ακατάλληλη να βοηθά τους άλλους.

Παρεμπιπτόντως, πιστεύω ότι η εκπαίδευση των θεραπευτών συχνά δημιουργεί κατάθλιψη, ακόμα και σε κείνα τα άτομα που δεν έχουν ισχυρά ενδοβλητικά και ανακλιτικά δυναμικά. Για παράδειγμα, έχω παρατηρήσει ότι οι περισσότεροι φοιτητές έχουν την τάση να περνούν μια καταθλιπτική περίοδο γύρω στο δεύτερο έτος των σπουδών τους. Η μεταπτυχιακή εκπαίδευση προσφέρεται για την εκδήλωση δυσθυμικών αντιδράσεων, από την στιγμή που ένας εκπαιδευόμενος έρχεται αντιμέτωπος για τη χειρότερη εκδοχή των ρόλων του ενήλικα και του παιδιού. Συγκεκριμένα, ο κάθε εκπαιδευμένος αναμένεται να δείξει υπευθυνότητα, αυτονομία και αυθεντικότητα, χωρίς όμως να κατέχει θέση ισχύος. Αυτό σημαίνει ότι είναι εξαρτημένος από τους «μεγαλύτερους» στον συγκεκριμένο τομέα, οι οποίοι όμως δεν εγγυώνται την προστασία του και τη φροντίδα του. Επιπρόσθετα, η εκπαίδευση στην ψυχοθεραπεία φέρνει τα άτομα με το γεγονός ότι η εκμάθηση μιας τέχνης είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την κατανόηση ενός διδακτικού υλικού. Οι φοιτητές που συμμετέχουν στο πρόγραμμά μας, ως οι καλύτεροι του τμήματος από τον οποίο αποφοίτησαν, θεωρούν ενοχλητική αυτή τη μετάβαση του εαυτού τους και την επικριτική ανατροφοδότηση που δέχονται για την δουλειά τους.

Τα ανακλιτικά καταθλιπτικά άτομα βιώνουν τον εαυτό τους όχι τόσο ως τόσο ως κακό άνθρωπο, αλλά ως άτομο με χρόνιες ανεπάρκειες και ανικανοποίητες επιθυμίες, καταδικασμένο σε μια ζωή με συνεχείς απογοητεύσεις. Πιο συχνά υποφέρουν από ντροπή (επειδή κανένας δεν τους θέλει) παρά από ενοχή, παρά από ενοχή, επειδή δέχονται αγάπη που νοιώθουν ότι δεν τους αξίζει. Μπορούν να αναγνωρίσουν τη λαχτάρα τους για εγγύτητα χωρίς να βιώσουν απέχθεια για τον εαυτό τους, ωστόσο εξακολουθούν να το θεωρούν μάταιο. Συχνά, προσπαθούν να πείσουν τη θεραπεύτρια να μοιραστεί τη πεποίθησή τους ότι «η ζωή είναι σκατά και μετά απλά πεθαίνεις» επειδή το μέλλον τους δεν περιλαμβάνει κάτι καλύτερο και επειδή θα αισθάνονταν αφόρητο φθόνο, εάν μπορούσαν να φανταστούν εναλλακτικές εκδοχές. Μια από τις ασθενείς μου ανέφερε ότι δεν άντεχε την τάση μου να θεωρώ τα ζητήματά της ως προβλήματα που δεν μπορούσαν να επιλυθούν – στο ιστορικό της η εγγύτερη σύνδεση που είχε κάνει με φίλους και συγγενείς ήταν μέσα από ένα κοινό κλαψούρισμα για την κακή τους μοίρα. Οποιασδήποτε προσπάθεια αλλαγής αυτού που ήταν μοιραίο, απειλούσε την απόλαυση του κοινού τους οδυρμού.