ALFRED ADLER (1870-1937)

 

Δεν ήταν αρεστό στον Φρόυντ να κατέχει μια σημαίνουσα θέση, ιδιαιτέρως αν αυτή συνεπαγόταν καθήκοντα που προϋπέθεταν τη διοίκηση άλλων ανθρώπων. Δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ άνθρωπο που λόγω ιδιοσυγκρασίας να απάδει περισσότερο προς την εικόνα του δικτάτορα του έχει αποδοθεί.

Ως θεμελιωτής, όμως, των νέων μεθόδων και θεωριών του και τον πλούτο των γνώσεών του που είχε πίσω του, η θέση του στο μικρό κύκλο των Βιεννέζων οπαδών του δεν μπορεί παρά να είναι δεσπόζουσα. Πόσο μάλλον που χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια πριν αισθανθεί κάποιος ικανός να εξεγερθεί εναντίον μιας τέτοιας πατρικής φιγούρας. Τα οποιαδήποτε άλυτα παιδικά συμπλέγματα θα μπορούσαν να βρούν έκφραση στον ανταγωνισμό και τη ζήλεια για την εύνοια του. Η κραυγαλέα τούτη απαίτηση από παντού της ιδιότητας του χαιδεμένου παιδιού έχει επίσης και ένα σημαντικό υλικό κίνητρο, αφού η οικονομική επιφάνεια των νεώτερων αναλυτών εξαρτιόταν σε μεγάλο μέρος από τους ασθενείς τους οποίους ο Φρόυντ μπορούσε να παραπέμψει σ’ αυτούς από το δικό του πλεόνασμα. Υπήρξαν κακογλωσσιά πίσω από τις πλάτες, φαρμακερά σχόλια, καυγάδες για προτεραιότητα σε ασήμαντα ζητήματα κλπ. Από την άποψη αυτή τα πιο μπελαλίδικα μέλη ήταν ο Adler, o Stekel, o Sadger, o Tousk.

Η κατάσταση οξύνθηκε πολύ μετά τα δύο πρώτα συνέδρια, στα οποία ήταν έκδηλη η ανυπόκριτη και ίσως ασύνετα ακραία προτίμηση του Φρόυντ για τον Jung. Για κάποιο διάστημα αυτό οδήγησε τους διιστάμενους Βιενέζους να συσπειρωθούν σ’ ένα κοινό παράπονο εναντίον του Φρόυντ. Ήταν πιθανόν η κρίσιμη καμπή, όπου οι προγενέστερες ζήλιες μεταξύ τους άρχισαν να εξελίσσονται σε ανταρσία εναντίον του. Ο πιο εξέχων αντάρτης ήταν αναμφίβολα ο Adler και ήταν αυτός που προκάλεσε το πρώτο σχίσμα στο ψυχαναλυτικό κίνημα.

Η προσπάθεια του Φρόυντ να κατευνάσει τους δυσαρεστημένους Βιεννέζους, τοποθετώντας τους παλαιότερους οπαδούς του Adler και Stekel επικεφαλής του νεοϊδρυθέντος Zentralbatt το φθινόπωρο του 1910 και παραδίδοντας την προεδρία της Εταιρείας στον Adler την ίδια στιγμή, είχε μονάχα μερική και προσωρινή επιτυχία.

Μετά την περίοδο του Συνεδρίου της Νυρεμβέργης, στα 1910, ο Φρόυντ άρχισε να νιώθει την πίεση των μικροκαυγάδων και αλληλοκατηγοριών, των οποίων ήταν αθελά του ήταν πρόξενος. Εξομολογήθηκε συγκεκριμένα στον Ferenczi. Αναφερόμενος στην ένταση μεταξύ Βιέννης και Ζυρίχης, έγραφε: « Η έλλειψη λεπτότητας απ’ τη μεριά του Αdler και του Stekel καθώς και η δυσάρεστη συμπεριφορά τους καθιστούν δύσκολο να τα πάει κανείς καλά μεταξύ τους. Είμαι χρονίως εξοργισμένος και με τους δύο. Αλλά κι ο Jung τώρα που είναι πρόεδρος, θα μπορούσε να βάλει κατά μέρος την ευαισθησία του για παλαιότερα συμβάντα». Παραπονούμενος ότι όλα αυτά τον εμπόδιζαν να αφοσιωθεί στο γράψιμο, συνέχισε: «Ο Αdler είναι ένας μικρός Fliess που ήρθε ξανά στη ζωή». Και το προσαρτημά του ο Stekel ονομάζεται τουλάχιστον Wilhelm». Μετά την μακριά δημόσια ζωή γύρω από τις θέσεις του Adler την επόμενη άνοιξη, ο Φρόυντ παραπονιόταν: « Με ενοχλούν συνεχώς αυτοί οι ίδιοι οι δύο- Max και Moritz – οι οποίοι εξελίσσονται γρήγορα προς τα πίσω και σύντομα θα καταλήξουν να αρνηθούν την ύπαρξη του ασυνειδήτου».

Η δική μου εντύπωση από τον Adler ήταν αυτή ενός σκυθρωπού και δύστροπου ατόμου, η συμπεριφορά του οποίου ταλαντευόνταν μεταξύ εριστικότητας και κατήφειας. Ήταν εμφανώς πολύ φιλόδοξος και διαρκώς μάλωνε με τους άλλους για σημεία προτεραιότητας στις ιδέες του. Όταν τον συνάντησα πολλά χρόνια μετά, ωστόσο, παρατήρησα ότι η επιτυχία του είχε προσδώσει μια ορισμένη πραότητα της οποίας δεν υπήρχε ίχνος στα νεότερά του χρόνια. Ο Φρόυντ εμφανώς τον εκτιμούσε μάλλον πολύ τα πρώτα χρόνια, ήταν το πιο σθεναρό μέλος της μικρής ομάδας. Ο Φρόυντ είχε καλή γνώμη για το βιβλίο του περί ελαττωματικών οργάνων και θεωρούσε επίσης ότι είχε κάνει μερικές καλές παρατηρήσεις στη μελέτη της διαμόρφωση του χαρακτήρα. Η άποψη όμως του Αdler για τις νευρώσεις ήταν από την σκοπιά μόνο του Εγώ και θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια κατ’ ουσίαν λανθασμένα ερμηνευμένη εικόνα των δευτερογενών αμυνών εναντίον των απωθημένων και ασυνείδητων παρορμήσεων. Έπειτα ολόκληρη η θεωρία του είχε μια πολύ στενή και μονόπλευρη βάση, καθώς η επιθετικότητα προέκυπτε από «αρσενική διαμαρτυρία». Οι σεξουαλικοί παράγοντες, ιδιαίτερα αυτοί της παιδικής ηλικίας, συρρικνώνονταν στο ελάχιστο, ο αιμομικτικός πόθος ενός αγοριού για στενή σχέση με την μητέρα του ερμηνευόταν ως η αρσενική επιθυμία της κατάκτησης ενός θηλυκού που μασκαρευόταν σε σεξουαλικό πόθο. Οι έννοιες της απώθησης, της παιδικής σεξουαλικότητας, κι ακόμα και κείνη του ίδιου του ασυνείδητου απορρίπτονταν, έτσι ώστε ελάχιστα απέμεναν από την ψυχανάλυση.

Οι επιστημονικές διαφορές του Adler με τον Φρόυντ ήταν τόσο θεμελιακές που απορώ, όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Fliess, με την υπομονή του Φρόυντ να καταφέρνει να δουλεύει μαζί του τόσο καιρό. Ο Adler είχε δύο καλές ιδέες με βάση τις οποίες, όμως, ερμήνευε όλα τα άλλα, η τάση αντιστάθμισης αισθημάτων κατωτερότητας, στην οποία έδινε ακόμα ισχυρότερο κέντρισμα μια εγγενής επιθετικότητα. Στην αρχή, ο Adler συνέδεε αυτά με την θηλυκή πλευρά των ανθρώπινων όντων, δίνοντας στην μετέπειτα αντιστάθμιση το όνομα της περίφημης «αρσενικής διαμαρτυρίας του». Σύντομα ωστόσο, έσπευσε να περάσει στο αντίθετο άκρο και ερμήνευε τα πάντα με βάση τη θέληση για δύναμη του Νίτσε. Ακόμα και σεξουαλική συνεύρεση δεν ορμούνταν τόσο από σεξουαλικό πόθο αλλά από καθαρή επιθετικότητα.

Ο Φρόυντ πήρε τις ιδέες του Αdler πολύ στα σοβαρά και συζήτησε εν εκτάσει τις δυνατοτητές τους. Ακόμη και δέκα χρόνια αργότερα, όταν διέθετε κάποιο ιδιαίτερα πρόσφορο κλινικό υλικό με βάση το οποίο να μπορεί να τις θέσει υπό δοκιμασία, δημοσίευε μια πολύ ευσυνείδητη και προσεκτική κριτική γι’ αυτές. Άλλα μέλη της Εταιρείας, ωστόσο, ήταν πιο βίαια στην κριτική τους ή ακόμα και στην αποκήρυξή τους κι ο Hitschmann πρότεινε να γίνει μια καθ’ όλα επίσημη δημόσια συζήτηση επί του θέματος. Τα πρώτα δύο βράδια, στις 4 Ιανουαρίου και 1 Φεβρουαρίου 1911, αφιερώθηκαν σε μακρές παρουσιάσεις από τη μεριά του Adler. Δύο άλλα βράδια, στις 8 και 22 Φεβρουαρίου, αναλώθηκαν σε αρκετά ειλικρινείς συζητήσεις . Ο ίδιος ο Φρόυντ δεν χαρίστηκε στην κριτική του. Ο Stekel παρουσίασε για δική του τη γνώμη ότι δεν υπήρχε αντίφαση μεταξύ των θεωριών του Φρόυντ και του Αdler όσο ο Φρόυντ θεωρούσαν ότι υπάρχει. Η επιμονή του Αdler ότι το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα ήταν ένα επινόημα, αποτελούσε επαρκή απόδειξη γι’ αυτό. Απορρίπτοντας τις απόψεις Adler, ο Φρόυντ είπε: « Κρίνω πως οι αντλεριανές διδασκαλίες είναι λαθεμένες και συνεπώς επικίνδυνες για τη μελλοντική εξέλιξη της ψυχανάλυσης. Είναι επιστημονικά σφάλματα οφειλόμενα σε λαθεμένες μεθόδους, ωστόσο είναι έντιμα σφάλματα. Παρ’ όλο που απορρίπτει κανείς το περιεχόμενο των απόψεων του Adler, μπορεί να αναγνωρίσει τη συνοχή και σημασία τους».

Μετά την τελευταία από τις συναντήσεις αυτές, στις 22 Φεβρουαρίου, συνεδρίασε η Επιτροπή, όπου ο Adler και ο Stekel παρατηρήθηκαν από τις θέσεις του Προέδρου και Αντιπροέδρου αντίστοιχα. Σε μια επόμενη συνεδρίαση, ψηφίστηκε ομόφωνα, μια απόφαση, που ευχαριστούσε τους Adler και Stekel για τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στο παρελθόν και εξέφραζε την ελπίδα ότι θα παρέμεναν στην Εταιρεία.

Ο Adler παρέμεινε στην Εταιρεία για λίγο ακόμα: η τελευταία του παρουσίαση ήταν στις 24 Μαίου. Στη συνέχεια, ωστόσο, ο Φρόυντ του πρότεινε να παραιτηθεί από τη θέση του συνδιευθυντού σύνταξης του Zentralblatt και έγραψε στον εκδότη, τον Bergmann για τον ίδιο λόγο. Ο Adler στην αρχή αντέδρασε κι έβαλε τον δικηγόρο του να θέσει τους όρους για τους οποίους ο Φρόυντ έγραψε ότι «προβάλλουν γελοίες αξιώσεις απαράδεκτης φύσης». Αυτός και οι φίλοι του εξάλλου απαίτησαν να γίνει μια συζήτηση σε έκτακτη συνεδρίαση.

Η απάντηση του Adler ήταν να εκμεταλλευτεί την κατάσταση φτιάχνοντας μια ομάδα με το κακόγουστο όνομα «Εταιρεία Ελεύθερης Ψυχανάλυσης» προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι αγωνιζόταν για την ελευθερία της επιστήμης. Να ένας άγιος σίγουρα σκοπός. Σημαίνει εξ ορισμού την ελευθερία να διεξάγεις την οποιαδήποτε έρευνα με οποιαδήποτε μέσα, να μορφώνεις τα οποιαδήποτε συμπεράσματα επιθυμείς με βάση τα αποτελέσματα και να τα δημοσιοποιείς στον κόσμο. Ελάχιστα επιστημονικά σώματα οπουδήποτε έχουν τη δύναμη να παρεμποδίσουν μια παρόμοια ελευθερία, λιγότερα απ’ όλα ο τοσοδούλης «κύκλος της Τετάρτης» στη Βιέννη. Το μόνο θέμα είναι αν ήταν αποδοτικό να κάνεις από κοινού συζητήσεις όταν δεν υπήρχε καμμιά συμφωνία πάνω στις βασικές αρχές του υπό συζήτηση θέματος, ένας που υποστηρίζει ότι η γη είναι επίπεδη δύσκολα μπορεί να αξιώνει το δικαίωμα να είναι μέλος της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας και να τρώει όλο το χρόνο της επιδεικνύοντας τις απόψεις της. Ο Adler είχε βγάλει το σωστό συμπέρασμα παραιτούμενος. Το να κατηγορείς τον Φρόυντ για δεσποτισμό και αδιαλλαξία σχετικά με ότι είχε συμβεί έχει πίσω του ένα τόσο εμφανές κίνητρο που δεν μπορεί να το πάρει κανείς σοβαρά.

Η εν λόγω έκτακτη συνεδρίαση έγινε στις 11 Οκτωβρίου στην αρχή της νέας περιόδου, και ο Φρόυντ ανήγγειλε την παραίτηση των Adler, Bach, Maday, Baron Hey. Η Επιτροπή πρότεινε ότι τα μέλη θα έπρεπε να αποφασίσουν σε ποια από τις δύο Εταιρείες θα προχωρούσαν. Εννοείται βέβαια ότι κανένα μέλος δεν μπορούσε να ανήκει και στις δύο. Η απόφαση ψηφίστηκε με ένδεκα ψήφους έναντι πέντε, οπότε οι εναπομείναντες οπαδοί του Adler- Furtmuller, Franz Gruner, Gustav Gruner, Frau Dr Hilferding, Paul Klemperer, Oppenheim παραιτήθηκαν από την Εταιρεία.

Δεν είναι άσχετο με το θέμα μας να θυμήσουμε ότι οι περισσότεροι από τους οπαδούς του Adler ήσαν όπως κι ο ίδιος Σοσιαλιστές. Η γυναίκα του Adler, μια Ρωσίδα, είχε στενές σχέσεις με τους Ρώσους ηγέτες επαναστάτες, ο Trotsky και ο Joffe, λόγου χάριν σύχναζαν διαρκώς στο σπίτι της. Ο ίδιος ο Furtmuller είχε μια ενεργό πολιτική σταδιοδρομία. Από την άποψη αυτή γίνεται περισσότερο κατανοητό το γεγονός ότι ο Adler επικεντρωνόταν στις κοινωνιολογικές πλευρές της συνείδησης μάλλον παρά στο απωθημένο ασυνείδητο.

Δύο χρόνια αργότερα ο Φρόυντ άκουσε ότι ο Stanley Hall είχε προσκαλέσει τον Adler να δώσει διαλέξεις στην Αμερική και πρόσθεσε: «Υποθέτω ο στόχος είναι να σώσει τον κόσμο από την σεξουαλικότητα και να τον στηρίξει πάνω στην επιθετικότητα».