ALFRED ADLER

 

Δεν ήταν αρεστό στον Φρόυντ να κατέχει μια σημαίνουσα θέση, ιδιαιτέρως αν αυτή συνεπαγόταν καθήκοντα που προϋπέθεταν τη διοίκηση άλλων ανθρώπων. Δύσκολα θα μπορούσα να φανταστώ άνθρωπο που λόγω ιδιοσυγκρασίας να απάδει περισσότερο προς την εικόνα του δικτάτορα που του έχει αποδοθεί.

Ως θεμελιωτής, όμως, των νέων μεθόδων και θεωριών και με τον πλούτο τον γνώσεων που  είχε πίσω του, η θέση του στον μικρό κύκλο των Βιεννέζων οπαδών του δεν μπορούσε παρά να είναι δεσπόζουσα. Πόσο μάλλον που χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια πριν αισθανθεί κάποιος ικανός να εξεγερθεί εναντίον μιας τέτοιας πατρικής φιγούρας. Τα οποιαδήποτε άλυτα παιδικά συμπλέγματα θα μπορούσαν να βρουν έκφραση στον ανταγωνισμό και τη ζήλεια για την εύνοιά του. Η κραυγαλέα τούτη απαίτηση από παντού της ιδιότητας του χαϊδεμένου παιδιού έχει επίσης και ένα σημαντικό υλικό κίνητρο, αφού η οικονομική επιφάνεια των νεωτέρων αναλυτών εξαρτιόταν σε μεγάλο μέρος από τους ασθενείς τους οποίους ο Φρόυντ μπορούσε να παραπέμψει σ’ αυτούς από το δικό του πλεόνασμα. Έτσι με τον καιρό η ατμόσφαιρα γινόταν όλο και πιο δυσάρεστη. Υπήρξαν κακογλωσσιά πίσω από τις πλάτες, φαρμακερά σχόλια, καυγάδες για προτεραιότητα σε ασήμαντα ζητήματα κλπ. Από την άποψη αυτή τα πιο μπελαλίδικα μέλη ήταν ο Adler, Stekel, Sadger, Tausk.

Η κατάσταση οξύνθηκε πολύ μετά τα δύο πρώτα Συνέδρια, στα οποία ήταν έκδηλη η ανυπόκριτη και ίσως ασύνετα ακραία προτίμηση του Φρόυντ για τον Jung. Για κάποιο διάστημα αυτό οδήγησε στους διιστάμενους Βιεννέζους να συσπειρωθούν σ’ ένα κοινό παράπονο εναντίον του Φρόυντ. Ήταν πιθανό η κρίσιμη καμπή, όπου οι προγενέστερες ζήλιες μεταξύ τους άρχισαν να εξελίσσονται σε ανταρσία εναντίον του. Ο πιο εξέχων αντάρτης ήταν αναμφίβολα ο Adler και αυτός ήταν που προκάλεσε το πρώτο σχίσμα στο ψυχαναλυτικό κίνημα.

Η προσπάθεια του Φρόυντ να κατευνάσει τους δυσαρεστημένους Βιεννέζους, τοποθετώντας τους παλαιότερους οπαδούς του Adler και Stekel επικεφαλής του νεοϊδρυθέντος Zentralblatt το φθινόπωρο του 1910 και παραδίδοντας την προεδρία της Εταιρείας στον Adler την ίδια στιγμή, είχε μονάχα μερική και προσωπική επιτυχία.

Μετά την περίοδο του Συνεδρίου της Νυρεμβέργης, στα 1910, ο Φρόυντ άρχισε να νιώθει την πίεση των μικροκαυγάδων και αλληλοκατηγοριών, των οποίων ήταν αθελά του πρόξενος. Εξομολοξήθηκε συγκεκριμένα στον Ferenczi. Αναφερόμενος στην ένταση μεταξύ Βιέννης και Ζυρίχης, έγραφε: «Η έλλειψη λεπτότητας από την μεριά του Αdler και του Stekel καθώς και η δυσάρεστη συμπεριφορά τους καθιστούν δύσκολο να τα πάει κανείς καλά μαζί τους. Είμαι χρονίως εξοργισμένος και με τους δύο. Αλλά κι ο Jung, τώρα που είναι Πρόεδρος, θα μπορούσε να βάλει κατά μέρος την ευαισθησία του για παλαιότερα συμβάντα». Παραπονούμενος ότι όλα αυτά τον εμπόδιζαν να αφοσιωθεί στο γράψιμο, συνέχισε: « Ο Adler και ο Stekel μου κάνουν φρικτή τη ζωή. Ήλπιζα πως θα κατέληγαν όλα σε καθαρή ρήξη, αλλά το πράγμα σέρνεται και παρ’ όλο που η γνώμη μου είναι ότι δεν γίνεται τίποτα, είμαι υποχρεωμένος να σέρνομαι και εγώ μαζί. Ήταν συχνά πιο ευχάριστα όταν ήμουν μόνος». Ο Ferenczi είχε εκφράσει την ιδέα ότι ο Φρόυντ ξαναζούσε πάλι τη δυσάρεστη εμπειρία της εγκαταλειψής του από τον Fliess. Ο Αdler είναι ένας μικρός Fliess που ήρθε ξανά στη ζωή. Και το προσάρτημά του ο Stekel ονομάζεται τουλάχιστον Wilhelm». Μετά τη μακρά δημόσια συζήτηση γύρω από τις θέσεις του Adler την επόμενη άνοιξη,- ο Φρόυντ παραπονιόταν: «Με ενοχλούν συνεχώς αυτοί οι δύο – Max και Moritz- οι οποίοι εξελίσσονται γρήγορα προς τα πίσω και σύντομα θα καταλήξουν να αρνηθούν την ύπαρξη του ασυνειδήτου».

Η δική μου εντύπωση από τον Adler ήταν αυτή ενός σκυθρωπού και δύστροπου ατόμου, ή συμπεριφορά του οποίου ταλαντευόταν μεταξύ εριστικότητας και κατήφειας. Ήταν εμφανώς πολύ φιλόδοξος και διαρκώς μάλωνε με τους άλλους για σημεία προτεραιότητας στις ιδέες του. Όταν τον συνάντησα πολλά χρόνια μετά, παρατήρησα ότι η επιτυχία του είχε προσδώσει μια ορισμένη πραότητα της οποίας δεν υπήρχε στα νεότερα χρόνια του. Ο Φρόυντ εμφανώς τον εκτιμούσε μάλλον πολύ τα πρώτα χρόνια, ήταν το πιο σθεναρό μέλος της μικρής ομάδας. Ο Φρόυντ είχε καλή γνώμη για το βιβλίο του περί ελαττωματικών οργάνων, και θεωρούσε επίσης ότι είχε κάνει μερικές καλές παρατηρήσεις στη μελέτη της διαμόρφωσης του χαρακτήρα. Η άποψη όμως του Adler για τις νευρώσεις ήταν από τη σκοπιά μόνο του Εγώ και θα μπορούσε να περιγραφεί ως μια κατ’ ουσίαν λανθασμένα ερμηνευμένη εικόνα των ετερογενών αμυνών εναντίων των απωθημένων και ασυνείδητων παρορμήσεων. Έπειτα ολόκληρη η θεωρία του είχε μια πολύ στενή και μονόπλευρη βάση, καθώς η επιθετικότητα προέκυπτε από «αρσενική διαμαρτυρία». Οι σεξουαλικοί παράγοντες, ιδιαίτερα αυτοί της παιδικής ηλικίας, συρρικνώνονταν στο ελάχιστο: ο αιμομικτικός πόθος ενός αγοριού για στενή σχέση με την μητέρα του ερμηνευόταν ως η αρσενική επιθυμία ενός θηλυκού που μασκαρευόταν σε σεξουαλικό πόθο. Οι έννοιες της απώθησης, της σεξουαλικής σεξουαλικότητας, κι ακόμα και κείνη του ίδιου του ασυνειδήτου απορρίπτονταν, έτσι ώστε ελάχιστα απέμεναν από την ψυχανάλυση.

Οι επιστημονικές διαφορές του Adler και του Φρόυντ ήταν τόσο θεμελιακές που απορώ, όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Fliess, με την υπομονή του Φρόυντ να καταφέρνει να δουλέψει μαζί του τόσο καιρό. Ο Adler είχε δύο καλές ιδέες με βάση τις οποίες, όμως, ερμήνευε όλα τα άλλα: η τάση αντιστάθμισης αισθημάτων κατωτερότητας, στην οποία έδινε ακόμη ισχυρότερο κέντρισμα μια εγγενής επιθετικότητα. Στην αρχή ο Adler συνέδεε αυτά με τη θυλυκή πλευρά των ανθρώπινων όντων, δίνοντας το όνομα της περίφημης «αρσενικής διαμαρτυρίας» του. Σύντομα ωστόσο, έσπευσε να περάσει στο αντίθετο άκρο και ερμήνευε τα πάντα με βάση τη θέληση για δύναμη του Νίτσε. Ακόμα και η σεξουαλική συνεύρεση δεν αρκούνταν τόσο από σεξουαλικό πόθο αλλά από καθαρή επιθετικότητα.

Ο Φρόυντ πήρε τις ιδέες του Φρόυντ πολύ στα σοβαρά και συζήτησε εν εκτάσει τις δυνατότητές τους. Ακόμη και δέκα χρόνια αργότερα, όταν διέθετε κάποιο ιδιαίτερα πρόσφορο κλινικό υλικό με βάση το οποίο να μπορεί να τις θέσει εν δοκιμασία, δημοσίευσε μια πολύ ευσυνείδητη και προσεκτική κριτική γι’ αυτές. Άλλα μέρη της Έταιρείας, ωστόσο, ήσαν πιο βίαια στην κριτική τους ή ακόμη και στην αποκήρυξή τους κι ο Hitschmann πρότεινε να γίνει μια καθ’ όλα επίσημη δημόσια συζήτηση επί του θέματος. Τα πρώτα δύο βράδια, στις 4 Ιανουαρίου και 1 Φεβρουαρίου 1911, αφιερώθηκαν σε μακρές παρουσιάσεις από τη μεριά του Adler. Δύο άλλα βράδια, στις 8 και στις 22 Φεβρουαρίου, αναλώθηκαν σε αρκετά ειλικρινείς συζητήσεις. Ο ίδιος ο Φρόυντ δεν χαρίστηκε στην κριτική του. Ο Stekel παρουσίασε για δική του τη γνώμη ότι δεν υπήρχε αντίφαση μεταξύ των θεωριών του Φρόυντ και του Adler, πάνω στο οποίο ο Φρόυντ απάντησε ότι δυστυχώς για την άποψη αυτή, τόσο ο Adler όσο και ο Φρόυντ θεωρούσαν ότι υπάρχει. Η επιμονή του Adler ότι το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα ήταν ένα επινόημα, αποτελούσε επαρκή απόδειξη γι’ αυτό. Απορρίπτοντας τις απόψεις του Adler, ο Φρόυντ είπε: «Κρίνω πως οι αντλεριανές διδασκαλίες είναι λαθεμένες και συνεπώς επικίνδυνες για την μελλοντική εξέλιξη της ψυχανάλυσης. Είναι επιστημονικά σφάλματα οφειλόμενα σε λαθεμένες μεθόδους, ωστόσο είναι έντιμα σφάλματα. Παρ’ όλο που απορρίπτει κανείς το περιεχόμενο των απόψεων του Adler,  μπορεί να αναγνωρίσει τη συνοχή και σημασία τους».

Μετά την τελευταία από τις συναντήσεις αυτές, στις 22 Φεβρουαρίου, συνεδρίασε η Επιτροπή, όπου ο Αdler και ο Stekel παραιτήθηκαν από τις θέσεις του Προέδρου και Αντιπροέδρου αντίστοιχα. Σε μιαν επόμενη συνεδρίαση, ψηφίστηκε ομόφωνα μια απόφαση που ευχαριστούσε τους Adler και Stekel για τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στον παρελθόν και εξέφραζε την ελπίδα ότι θα παρέμεναν στην Εταιρεία.

Ο Adler παρέμενε στην Εταιρεία για λίγο ακόμα, η τελευταία του παρουσία σε συνεδρία ήταν στις 24 Μαίου. Στη συνέχεια, ωστόσο, ο Φρόυντ του πρότεινε να παραιτηθεί από τη θέση του συνδιευθυντού σύνταξης του Zentralblalt και έγραψε στον εκδότη, τον Bergmann, για τον ίδιο λόγο. Ο Adler στην αρχή αντέδρασε κι έβαλε τον δικηγόρο του να θέσει όρους για τους οποίους ο Φρόυντ έγραψε ότι «προβάλλουν γελοίες αξιώσεις απαράδεκτης φύσης. Αυτός και οι φίλοι του εξάλλου απαίτησαν να γίνει μια συζήτηση σε έκτακτη συνεδρίαση.

Η απάντηση του Adler ήταν να εκμεταλλευτεί την κατάσταση φτιάχνοντας μια ομάδα με το κακόγουστο όνομα «Εταιρεία Ελεύθερης Ψυχανάλυσης» προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι αγωνιζόταν για την ελευθερία της επιστήμης. Να ένας άγιος σίγουρα σκοπός. Σημαίνει εξ ορισμού την ελευθερία να διεξάγεις την οποιαδήποτε έρευνα με οποιαδήποτε μέσα, να μορφώνεις τα οποιαδήποτε συμπεράσματα επιθυμείς με βάση τα αποτελέσματα και να δημοσιοποιείς τον κόσμο. Ελάχιστα επιστημονικά σώματα οπουδήποτε έχουν τη δύναμη να παρεμποδίσεις μια παρόμοια ελευθερία, λιγότερο απ’ όλα ο τοσοδούλης «κύκλος της Τετάρτης» στη Βιέννη. Το μόνο θέμα είναι αν ήταν αποδοτικό να κάνεις από κοινού συζητήσεις όταν δεν υπήρχε καμμία συμφωνία πάνω στις βασικές αρχές του υπό συζήτησιν θέματος, ένας που υποστηρίζει ότι η γη είναι επίπεδη δύσκολα αξιώνει το δικαίωμα να είναι μέλος της Βασιλικής Γεωγραφικής Εταιρείας και να τρώει όλο το χρόνο της επιδεικνύοντας τις απόψεις του. Ο Adler είχε βγάλει το σωστό συμπέρασμα παραιτούμενος. Το να κατηγορείς τον Φρόυντ για δεσποτισμό και αδιαλλαξία σχετικά με ότι είχε συμβεί έχει πίσω του ένα τόσο εμφανές κίνητρο που δεν μπορεί να το πάρει κανείς στα σοβαρά.

Η έν λόγω έκτακτη συνεδρίαση έγινε στις 11 Οκτωβρίου, στην αρχή της νέας περιόδου, και ο Φρόυντ ανήγγειλε την παραίτηση των Adler, Bach, Maday, Baron Hye.  Η επιτροπή πρότεινε ότι τα μέλη θα έπρεπε να αποφασίσουν σε ποια από τις δύο Εταιρείες θα προσχωρούσαν. Εννοείται βέβαια ότι κανένα μέλος δεν μπορούσε να ανήκει και στις δύο.

Δύο χρόνια αργότερα ο Φρόυντ άκουσε ότι ο Stanley Hall είχε προσκαλέσει τον Adler να δώσει διαλέξεις στην Αμερική, και πρόσθεσε: « Υποθέτω ο στόχος είναι να σώσει τον κόσμο από την σεξουαλικότητα και να τον στηρίξει στην επιθετικότητα».