Bία και χημεία του εγκεφάλου

 

Ας υποθέσουμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Η βαρύτητα του παρελθόντος  μας δεν εδρεύει ίσως αποκλειστικά στην ψυχολογική επιρροή των αναμνήσεων μας. Είναι δυνατόν να έχει επίσης μια χροιά βιοχημική, αλλά και αυτή όχι έμφυτη από την γέννηση, αλλά επίκτητη σαν συνέπεια ενός ανταποδοτικού σοκ εξ αιτίας των επιδράσεων του περιβάλλοντος. Το γεγονός είναι τόσο συνταρακτικό ώστε αξίζει να αναλυθεί. Αφορά την χημεία της μεταβίβασης του νευρικού ρευστού μέσα στον εγκέφαλό μας.

Η πρόοδος της επιστήμης συντελεί στην ανακάλυψη ενός τμήματος της διαδρομής που ακολουθεί το νευρικό ρευστό για να μεταβιβάσει στο μυαλό μας τις πληροφορίες που με τις αισθήσεις μας συλλέγουμε από τον εξωτερικό κόσμο και από τον ίδιο μας τον εαυτό, κατόπιν για μεταδώσει στους μύς μας και στα όργανά μας τις αντιδράσεις που αποφασίζουμε να έχουμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, λαμβάνοντας αυτές τις πληροφορίες. Η διαδρομή αποτελείται από μια σειρά νευρικών κυττάρων (τα νευρόνια) του εγκεφάλου μας. Υπάρχουν δέκα δισεκατομμύρια από αυτά τα κύτταρα στον άνθρωπο, στο εσωτερικό των οποίων η φύση χάραξε πληθώρα κατευθύνσεων. Δεν γνωρίζουμε παρά μερικές από αυτές τις διαδρομές, αλλά ξέρουμε ότι η μεταβίβαση του ρευστού πραγματοποιείται από το ένα κύτταρο στο άλλο δια μέσου χημικών μεσολαβητών, που περιέχονται μέσα σε μικρές σφαίρες (κύστεις) που κυκλοφορούν από την απόληξη του ενός νευρικού κυττάρου στο άλλο. Το φαινόμενο παράγεται με μεγάλη ταχύτητα μέσα σ” ένα μικρό μικρόκοσμο. Η διάβαση του νευρικού ρευστού από το ένα κύτταρο στο άλλο διαρκεί λιγότερο από ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου. Η ποσότητα της ύλης που περιέχεται σε κάθε χημική μπίλλια είναι πολύ μικρή, της τάξης του ενός εκατομμυριοστού του χιλιογράμμου. Το μέγεθος κάθε μικρής μπίλλιας είναι ένα χιλιοστό του χιλιοστομέτρου. Όλο αυτό το υπερβολικά μικρό και υπερβολικά ταχύ σύνολο παίζει ένα αποφασιστικό ρόλο στην συμπεριφορά μας. Μόλις η χημική ισορροπία του κάθε κυττάρου της διαδρομής διαταραχθεί, το υποκείμενο θα παρουσιάσει συμπτώματα ανισορροπίας στη διαγωγή του. Μερικές διανοητικές ασθένειες, η σχιζοφρένεια ιδιαίτερα, φαίνεται ότι οφείλεται στη υπερβολική δόση της μιας ή της άλλης χημικής ουσίας μέσα στους μεσολαβητές.

Όμως, όχι μόνο η χημική διαταραχή των μεσολαβητών προκαλεί μια μεταβολή της συμπεριφοράς μας, αλλά επί πλέον, αμοιβαία, σοβαρές μεταβολές του κοινωνικού περιβάλλοντος φαίνεται ότι έχουν επιπτώσεις πάνω στην χημική υφή των μεσολαβητών που περιέχονται μέσα στις μεσολαβητικές κύστεις. Την μεταβάλλουν. Η διαρρύθμιση ορισμένων συστημάτων νευρικών κυττάρων μέσα στον ανθρώπινο εγκέφαλο αλλάζει εξ αιτίας αυτού του γεγονότος. Η μεταγενέστερη συμπεριφορά μας σφραγίζεται απ” αυτό.

Οι έμπειροι επιστήμονες δεν αποκλείουν οι χημικές μεταβολές που προκαλούνται κατ” αυτόν τον τρόπο στον εγκέφαλο από το περιβάλλον να είναι διαρκείς και, δυστυχώς ίσως, ανυποχώρητες. Θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν μετά την εξαφάνιση των δυσμενών κοινωνικών συνθηκών, συνεχίζοντας συνεπώς να μεταβάλλουν το σύστημα μεταβίβασης του ρευστού κατά μήκος ορισμένων διαδρομών, μεταξύ και εκείνη της επιθετικότητας. Οι άνθρωποι δεν θα μπορέσουν να επιδιορθώσουν μέσα στις μικρές μπίλιες τις μεταβολές που οι ατέλειες της κοινωνίας τους επέφερε σ” αυτές. Οι μεταβολές αυτές δεν θα γίνουν κληρονομικές. Δεν θα μεταβιβαστούν γενετικά από τους γονείς στα παιδιά. Αλλά οι ίδιες αιτίες θα προκαλέσουν τα ίδια προβλήματα. Η κοινωνία, επιτρέποντας να διαρκεί η εχθρότητα σε ορισμένα περιβάλλοντα, θα τα επιβάλλει σε κάθε γενιά. Έτσι, δεν μπορεί να αποκλεισθεί, ότι η αναγέννηση της σύγχρονης βίας μετά την μερική έκλειψή της έχει τώρα σχέσεις βιοχημικές που αποκτήθηκαν μετά τη γέννηση κατά τη διάρκεια της έκθεσης στην περιβάλλουσα επιθετικότητα.