Ρίτσος

Αποχαιρετισμός

(Ο Γ. Αυξεντίου,αποκλεισμένος στη σπηλιά του της Μονής Μαχαιρά Μονολογεί) «Κι αλήθεια, ξέχασα να σας πω το κυριότερο,-που μόλις τώρα το” μαθα- δεν είναι τόσο δύσκολος ο θάνατος.Το αντίθετο μάλιστα. Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου: ποτέ δεν ήταν τόσο ευτυχισμένος ο Χριστός όσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε ακίνητο, χωρίς να τον σκοτώσει, για να κοιτάξει κατάματα τον ουρανό και τη θυσία του, ποτέ ο Προμηθέας δεν αντίκρισε τόσο...

Read More

Ξεπέρασμα κινδύνου

  Κάθε τόσο, ένα άστρο ή μια φωνή πέφτει τόσο βαθιά, που αυτός κρατιέται από τα κάγκελα του μπαλκονιού ή απ” ένα χέρι (αν βρίσκεται ένα χέρι) μη βουλιάξει μέσα του. Το πιο πιστό του χέρι, είναι τ” άλλο του χέρι. Όμως έτσι τα χέρια του τον κλείνουν σ” έναν κύκλο. Δεν το αντέχει. Κι απλώνει τα χέρια του σα να “ναι ν” αγκαλιάσει κάποιον ή σε στάση ισορροπίας.   Κι έτσι, σα σκοινοβάτης, κοιτώντας ολοίσια μπροστά του κρατιέται ευθυτενής...

Read More

Δύσκολες ώρες

Δύσκολες ώρες, δύσκολες στον τόπο μας. Κι αυτός ο περήφανος, γυμνός, ανυπεράσπιστος, ανήμπορος, αφέθηκε να τον βοηθήσουν, εγγράψαν υποθήκες πάνω του, πήραν δικαιώματα, αξιώνουν, μιλάνε για λογαριασμό του, του ρυθμίζουν την ανάσα, το βήμα, τον ελεούν, τον ντύνουν μ’ άλλα ρούχα ξέχειλα, χαλαρωμένα, του σφίγγουν μ’ ένα καραβόσκοινο τη μέση. Εκείνος, μέσα στα ξένα ρούχα, ούτε μιλάει κι ούτε πια χαμογελάει μη και φανεί που ανάμεσα στα δόντια του...

Read More

Τίποτα άλλο: ζωή

Τα παιδιά θέλουν παπούτσια τα παιδιά θέλουν ψωμί θέλουνε και φάρμακα, δούλεψε κ” εσύ. Γέλα, κλαίγε κι όλο λέγε, το παιδί: ζωή. Τίποτ” άλλο. Ζωή. Ζύμωνε στη σκάφη, πρώτο σου ζυμάρι, πρώτο σου ψωμί πρώτο σου σταυρόψωμο μια ψωμένια κούκλα για το παιδί. Ζύμωνε τη λάσπη, πρώτη σου μυστριά πρώτο πηλοφόρι ένα καλυβάκι μια μικρούλα αυλή για το παιδί. Ζύμωνε το χώμα με το δάκρυ-δάκρυ ζύμωνε τη λάσπη φτιάξε ένα χωμάτινο πουλί να πετάει τη νύχτα και να...

Read More

Ποτέ δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά

Ποτέ δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ” τα σπίτια τους, τριγυρίζουν εκεί, μπλέκονται στα φουστάνια τής μητέρας τους την ώρα που εκείνη ετοιμάζει το φαΐ κι ακούει το νερό να κοχλάζει σα να σπουδάζει τον ατμό και το χρόνο. Πάντα εκεί – Και το σπίτι παίρνει ένα άλλο στένεμα και πλάτεμα σάμπως να πιάνει σιγαλή βροχή καταμεσής καλοκαιριού, στα ερημικά χωράφια. Δε φεύγουν τα νεκρά παιδιά. Μένουν στο σπίτι κι έχουν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον...

Read More

Η γαλάζια γυναίκα

Έβρεξε το χέρι της στη θάλασσα. Έγινε γαλάζιο Της άρεσε. Έπεσε ολόγυμνη στη θάλασσα Έγινε γαλάζια. Γαλάζια κι η φωνή της κι η σιωπή της. Η γαλάζια γυναίκα Όλοι τη θαύμασαν. Κανείς δεν την αγάπησε. Σάμος, Αύγουστος...

Read More

Copyright ©
Βολυράκη Ζ.
Design & Hosting by philanthropy.gr